Μία νέα τεχνική, που λέγεται «παθητική θεραπεία αντισωμάτων» (passive antibody therapy) δοκιμάζεται σήμερα στη θεραπεία του COVID-19. Η τεχνική αυτή ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του 1930 και είναι σχετικά απλή.

Οι επιστήμονες παίρνουν, αρχικά, αίμα από ένα ασθενή που έχει αναρρώσει από μία λοίμωξη. Στη συνέχεια, ξεχωρίζουν το πλάσμα, δηλαδή το κομμάτι του αίματος που περιέχει αντισώματα.

Τα αντισώματα είναι μόρια που «μαθαίνουν» να αντιμετωπίζουν ειδικά παθογόνα, όπως για παράδειγμα οι ιοί, μετά την αρχική τους συνάντηση με αυτούς.

Ο σκοπός της θεραπείας είναι να χορηγηθούν τα αντισώματα αυτά σε έναν ασθενή που νοσεί ή διατρέχει αυξημένο κίνδυνο από τον COVID-19, ενισχύοντας έτσι την ικανότητά του ανοσοποιητικού του συστήματος να αντιμετωπίσει ή να προλάβει την εμφάνισης της νόσου.

Στη νέα τους έρευνα, η οποία δημοσιεύτηκε στο The Journal of Clinical Investigation, μία ομάδα επιστημόνων από το Johns Hopkins School of Public Health στη Βαλτιμόρη και το Albert Einstein College of Medicine στη Νέα Υόρκη, υποστήριξαν ότι η προσέγγιση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση του COVID-19.

«Η χρησιμοποίηση της θεραπείας αυτής δεν χρειάζεται έρευνα ούτε περαιτέρω ανάπτυξη», δήλωσε ο Arturo Casadevall, ένας ανοσολόγος που έλαβε μέρος στην έρευνα.

«Μπορεί να γίνει διαθέσιμη στο κοινό μέσα σε 2 εβδομάδες αφού βασίζεται σε βασικές πρακτικές διαχωρισμού του αίματος», συμπλήρωσε.

«Εφικτός Στόχος»

Στην παρουσίαση της έρευνάς τους, οι Dr Casadevall και De Liise-anne Pirofski υποστήριξαν ότι η παθητική θεραπεία αντισωμάτων μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του COVID-19 σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, αλλά και στην αντιμετώπιση της νόσου σε άτομα που ήδη νοσούν.

Όπως τόνισαν, με τη συνεργασία εθελοντών που έχουν ήδη αναρρώσει από τον COVID-19, η προσέγγιση αυτή μπορεί να υλοποιηθεί.

Ουσιαστικά, οι γιατροί θα πρέπει να συλλέξουν δείγματα αίματος από εθελοντές και να εξετάσουν τα δείγματα αυτά για αντισώματα. Στη συνέχεια, πρέπει να απομονώσουν το πλάσμα από τα δείγματα και να απομακρύνουν τοξικά σωματίδια και παθογόνα.

Αυτό θα επιτρέψει στους γιατρούς να χορηγήσουν στους ασθενείς ενέσεις αντισωμάτων από άτομα που έχουν αναρρώσει από τον ιό.

Τα αντισώματα αυτά, όπως εξήγησαν οι επιστήμονες, μπορεί να προσφέρουν μία σειρά οφέλη, μεταξύ των οποίων:

  • Να αδρανοποιήσουν τα σωματίδια του ιού, καθώς η πρόσδεση του αντισώματος στον ιό, τον καταστρέφει.
  • Να επάγουν την αντιγονοεξαρτώμενη κυτταροτοξικότητα, κατά την οποία τα αντισώματα προκαλούν διάσπαση του ιού από εξειδικευμένα ανοσιακά κύτταρα.
  • Να επάγουν την αντιγονοεξαρτώμενη φαγοκυττάρωση, δηλαδή τη φαγοκυττάρωση των ιών από ειδικά ανοσιακά κύτταρα.

Αν και οι επιστήμονες τόνισαν ότι η παθητική θεραπεία αντισωμάτων είναι εύκολο να υλοποιηθεί, υπάρχουν και ορισμένες προκλήσεις.

Η σημαντικότερη από αυτές είναι να προσδιοριστεί ποια είναι η χρονική στιγμή που η χορήγηση της θεραπείας προσφέρει τα περισσότερα οφέλη.

Οι Casadevall και Pirofski τόνισαν ότι «η παθητική θεραπεία αντισωμάτων είναι πιο αποτελεσματική όταν χορηγηθεί προφυλακτικά (για την πρόληψη) παρά στη θεραπεία της νόσου».

Όπως και τα περισσότερα αντιιικά φάρμακα που χορηγούνται στην αντιμετώπιση της γρίπης, η νέα αυτή προσέγγιση «είναι πιο αποτελεσματική εφόσον χορηγηθεί νωρίς, δηλαδή αμέσως μόλις εμφανιστούν συμπτώματα». Κατά συνέπεια, η διάγνωση της νόσου και και η χορήγηση της θεραπείας θα πρέπει να γίνονται ταχύτατα.

Όπως συμπλήρωσε ο Dr Casadevall, «η εφαρμογή της θεραπείας αυτής είναι ρεαλιστική, ωστόσο απαιτεί καλή οργάνωση και συνεργασία από εθελοντές που έχουν αναρρώσει από τη νόσο και θα πρέπει να δώσουν αίμα».

Καταλήγοντας, οι επιστήμονες τόνισαν ότι αρκετοί γιατροί ασχολούνται ήδη με τη θεραπεία αυτή, με αρκετούς επιστήμονες από το Johns Hopkins να εξετάζουν στρατηγικές για την ευρεία εφαρμογή της.