Η μετάλλαξη του SARS-CoV-2 που έχει ανησυχήσει περισσότερο τους ειδικούς σήμερα είναι η E484K. Η μετάλλαξη αυτή έχει εντοπιστεί τόσο στο Νοτιοαφρικανικό στέλεχος (B1351) όσο και στο στέλεχος της Βραζιλίας (P1), ενώ προσφάτως ανιχνεύθηκε και σε 11 περιστατικά που είχαν μολυνθεί με το στέλεχος της Μεγάλης Βρετανίας (B117). Η μετάλλαξη αυτή έχει προκαλέσει ανησυχία καθώς ενδέχεται να επηρεάζει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Ο SARS-CoV-2 μεταλλάσσεται αργά και παρουσιάζει περίπου 2 μεταλλάξεις μίας βάσης κάθε μήνα στον γονιδίωμά του. Η ρυθμός μετάλλαξης είναι περίπου 50% μειωμένος σε σχέση με τους ιούς της γρίπης. Στις αρχές της πανδημίας, λίγοι επιστήμονες είχαν εκφράσει ανησυχίες ότι ο ιός μπορεί να μεταλλαχθεί με αποτέλεσμα να γίνει πιο επικίνδυνος. Ωστόσο, το Νοέμβριο του 2020, αυτό άλλαξε όταν ανιχνεύθηκε το πρώτο νέο στέλεχος του SARS-CoV-2. Το στέλεχος B117 οδήγησε σε κατακόρυφη αύξηση των περιστατικών στη νοτιοανατολική Αγγλία και το Λονδίνο.

Περιοχή Πρόσδεσης του Υποδοχέα

Αν και πρέπει να παρακολουθούμε όλες τις μεταλλάξεις που εμφανίζονται στον SARS-CoV-2, αυτές που ενδιαφέρουν περισσότερο είναι αυτές που επηρεάζουν την πρωτεΐνη ακίδα και ιδιαίτερα την περιοχή πρόσδεσης στον υποδοχέα (RBD). Αυτό είναι το τμήμα του ιού που προσκολλάται στα κύτταρα και εκκινεί τη λοίμωξη. Οι μεταλλάξεις στην περιοχή RBD μπορεί να ενισχύσουν την ικανότητα πρόσδεσης του ιού στα κύτταρα, καθιστώντας τον έτσι πιο μολυσματικό.

Η ανοσία που αναπτύσσουμε μετά τη λοίμωξη ή τον εμβολιασμό αφορά κυρίως ανάπτυξη αντισωμάτων για την περιοχή RBD. Οι μεταλλάξεις στην περιοχή αυτή μπορεί να επιτρέψουν στον ιό να διαφύγει της εξουδετέρωσης από τα παραπάνω αντισώματα. Η E484K αποτελεί μία μετάλλαξη αυτής της περιοχής.

Το όνομα της μετάλλαξης προέρχεται από το σημείο που βρίσκεται η μετάλλαξη στο γενετικό κώδικα (484). Το γράμμα Ε αναφέρεται στο αμινοξύ που βρισκόταν φυσιολογικά σε αυτή τη θέση (γλουταμινικό οξύ), ενώ το Κ στο αμινοξύ που μπήκε στη θέση του (λυσίνη).

Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η μετάλλαξη E484K μπορεί να επηρεάσει την πρόσδεση των αντισωμάτων σε αυτή τη θέση. Ωστόσο, μετά τη λοίμωξη ή τον εμβολιασμό, τα αντισώματα που παράγονται δεν στοχεύουν μόνο μία περιοχή του ιού. Το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αρκετά διαφορετικά αντισώματα, τα οποία στοχεύουν διάφορες περιοχές του ιού. Η μείωση της αποτελεσματικότητας των εμβολίων θα εξαρτηθεί επομένως από το ποσοστό των αντισωμάτων που στοχεύουν τη συγκεκριμένη θέση.

Δύο έρευνες, μία από το Seattle και μία από τη Νέα Υόρκη, εξέτασαν το παραπάνω ερώτημα. Στην πρώτη, η οποία έχει αναρτηθεί προς το παρόν ως προδημοσίευση, εξετάστηκαν 8 εθελοντές οι οποίοι είχαν αναρρώσει από COVID-19. Οι επιστήμονες θέλησαν να εξετάσουν αν τα αντισώματα των ασθενών αυτών είχαν την ικανότητα να εξουδετερώνουν το νέο στέλεχος του SARS-CoV-2.

Σε 3 από τους παραπάνω ασθενείς, η ικανότητα των αντισωμάτων να εξουδετερώνουν τον ιό ήταν μέχρι και 90% μειωμένη στην εξουδετέρωση στελεχών με τη μετάλλαξη E484K. Σε έναν, η αποτελεσματικότητα είχε μειωθεί επίσης και παρέμενε χαμηλή για κάθε στέλεχος με μεταλλάξεις σε αυτή την περιοχή. Στους υπόλοιπους 4 εθελοντές, η αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων δεν επηρεάστηκε από τη μετάλλαξη.

Στην έρευνα της Νέας Υόρκης, οι επιστήμονες εξέτασαν τις επιδράσεις αρκετών μεταλλάξεων στην ικανότητα των αντισωμάτων να εξουδετερώνουν τον ιό. Στην έρευνα έλαβαν μέρος 4 εθελοντές και διαπιστώθηκε ότι σε κανέναν από αυτούς δεν επηρεάστηκε η αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων από την παρουσία της μετάλλαξης E484K. Ωστόσο, δύο από τα δείγματα παρουσίασαν μειωμένη ικανότητα εξουδετέρωσης όταν εκτέθηκαν σε μεταλλάξεις που επηρέαζαν άλλα σημεία της πρωτεΐνης ακίδας. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η απόκριση αντισωμάτων μπορεί να διαφέρει στο κάθε άτομο.

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι οι παραπάνω έρευνες χρησιμοποίησαν λίγα δείγματα από ασθενείς που είχαν ιστορικό φυσικής λοίμωξης και δεν είχαν εμβολιαστεί. Επομένως, δεν μπορούμε να εξάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για τις επιδράσεις της μετάλλαξης στα εμβόλια. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι η ανοσιακή απόκριση που προκαλούν τα τελευταία είναι ισχυρότερη, επομένως έχουμε κάθε λόγο να είμαστε αισιόδοξοι.

Επιδράσεις στα Εμβόλια

Τις τελευταίες εβδομάδες, αρκετές επιστημονικές ομάδες θέλησαν να εξετάσουν τις επιδράσεις των μεταλλάξεων στην αποτελεσματικότητα των εμβολίων που κυκλοφορούν σήμερα.

Μία από αυτές διεξήχθη από επιστήμονες της Νέας Υόρκης και εξέτασε τα αντισώματα 15 ασθενών που είχαν λάβει κάποιο από τα εγκεκριμένα εμβόλια mRNA (της Pfizer ή της Moderna). Η δεύτερη έρευνα διεξήχθη από επιστήμονες στο Τέξας σε συνεργασία με την Pfizer και εξέτασε αντισώματα από 20 ασθενείς που είχαν κάνει το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech. Η τρίτη έρευνα διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο του Cambridge στην Αγγλία και εξέτασε 5 ασθενείς που είχαν λάβει το εμβόλιο της Pfizer/BioNTech.

Οι δύο πρώτες έρευνες έδειξαν ότι, αν και η αποτελεσματικότητα του εμβολίου ήταν ελαφρώς περιορισμένη ενάντια σε στελέχη που φέρουν τη μετάλλαξη E484K, παρέμεινε σε ικανοποιητικά επίπεδα και είχε την ικανότητα να προστατεύει από τη νόσηση. Οι μειώσεις στα επίπεδα των αντισωμάτων θα πρέπει να είναι σημαντικές προκειμένου το εμβόλιο να μην μπορεί να προστατεύσει από τον ιό. Για παράδειγμα, στο εμβόλιο της γρίπης, τα αντισώματα θα πρέπει να υποτετραπλασιαστούν προκειμένου να εξετάσουμε τη χορήγηση ενός νέου εμβολίου.

Στην έρευνα του Τέξας, τα αντισώματα είχαν περιοριστεί 1.48 φορές, ενώ στην έρευνα της Νέας Υόρκης παρατηρήθηκε μείωση από 1 έως 3 φορές. Ωστόσο, στην έρευνα του Cambridge, τα επίπεδα των εξουδετερωτικών αντισωμάτων ήταν πάνω από 4 φορές μειωμένα ενάντια σε στελέχη με τη μετάλλαξη E484K.

Μία σημαντική διαφορά ανάμεσα στις έρευνες των ΗΠΑ και του Cambridge ήταν ότι οι πρώτες χρησιμοποίησαν το Νοτιοαφρικανικό στέλεχος, ενώ στην άλλη εξετάστηκε το στέλεχος της Μεγάλης Βρετανίας. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η μετάλλαξη της Μεγάλης Βρετανίας είναι πιθανώς περισσότερο επικίνδυνη απ’ όσο πιστεύαμε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι παραπάνω έρευνες εξέτασαν πολύ μικρό αριθμό εθελοντών, επομένως τα αποτελέσματά τους θα πρέπει αν ερμηνευθούν με προσοχή.

Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να παρακολουθούμε κάθε νέα μετάλλαξη που εμφανίζεται καθώς πρέπει να γνωρίζουμε άμεσα ποιες είναι οι επιδράσεις της στην ανοσία που προσφέρουν τα εμβόλια.