Η μετάλλαξη D614G η οποία εντοπίζεται πλέον στο κυρίαρχο στέλεχος του SARS-CoV-2 διευκολύνει τη μετάδοσή του ιού. Ωστόσο, μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο επιστημονικό περιοδικό Science, δείχνει ότι η μετάλλαξη της πρωτεΐνης ακίδας αυξάνει επίσης την ευαισθησία του ιού στα εμβόλια.

Η μετάλλαξη D614G εμφανίστηκε αρχικά στην Ευρώπη και πλέον έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, η μετάλλαξη αυτή βοηθά τον ιό να πολλαπλασιαστεί ταχύτερα και να μεταδοθεί ευκολότερα σε σχέση με το στέλεχος του ιού που εμφανίστηκε στην Κίνα στην αρχή της πανδημίας.

Όπως διαπίστωσε η παρούσα μελέτη, αν και η μετάλλαξη D614G διευκολύνει την εξάπλωση του ιού, δεν σχετίζεται με σοβαρότερη νόσηση, ενώ σε μοντέλα πειραματοζώων το νέο στέλεχος εξουδετερώνεται ευκολότερα από φάρμακα που περιέχουν αντισώματα.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στις 12 Νοεμβρίου και προσφέρει σημαντικά δεδομένα σχετικά με τις μεταλλάξεις του SARS-CoV-2.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, το στέλεχος που φέρει τη μετάλλαξη D614G έχει εξαπλωθεί 10 φορές περισσότερο σε σχέση με το αρχικό στέλεχος και πολλαπλασιάζεται ταχύτερα στα ρινικά επιθηλιακά κύτταρα, τα οποία αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα σημεία για τη μετάδοση του ιού.

Το στέλεχος που φέρει την παραπάνω μετάλλαξη έχει εξαπλωθεί περισσότερο καθώς αυξάνει επίσης την ικανότητα της πρωτεΐνης ακίδας να «ανοίγει» τα κύτταρα προκειμένου να διευκολυνθεί η είσοδος του ιού σε αυτά.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της έρευνας, η μετάλλαξη D614G επιτρέπει στην πρωτεΐνη ακίδα να διαχωρίζεται, γεγονός που επιτρέπει στον ιό να εισέλθει ευκολότερα στα κύτταρα, εκθέτοντας παράλληλα το ευαίσθητο εσωτερικό του ιού.

Καθώς πλέον το εσωτερικό του ιού είναι εκτεθειμένο, τα αντισώματα (αρκετά από τα οποία παράγονται από τα εμβόλια που εξετάζονται σήμερα) μπορούν να εισέλθουν σε αυτόν και να τον εξουδετερώσουν.

Προηγούμενες μελέτες είχαν ήδη δείξει ότι η μετάλλαξη αυξάνει τη λειτουργικότητα της πρωτεΐνης, καθώς και την ικανότητα του ιού να εισέρχεται στα κύτταρα.

Ωστόσο, οι έρευνες αυτές είχαν βασιστεί σε ένα ψευδότυπο του ιού ο οποίος ναι μεν έφερε την πρωτεΐνη ακίδα, αλλά δεν ήταν ο ιός που κυκλοφορεί. Χρησιμοποιώντας ανάστροφη γενετική, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης εξέτασαν το αρχικό στέλεχος του ιού και το στέλεχος με τη μετάλλαξη D614G ως προς την αλληλεπίδρασή τους με κυτταρικές σειρές ανθρωπίνων κυττάρων του αναπνευστικού συστήματος, καθώς και κυττάρων από ποντίκια και ινδικά χοιρίδια.

Η επιστημονική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Wisconsin έκανε πειράματα με ινδικά χοιρίδια στα οποία εξέτασε τόσο το αρχικό στέλεχος του ιού όσο και το μεταλλαγμένο στέλεχος με την D614G. Όπως παρατήρησαν, το νεότερο στέλεχος μπορούσε να πολλαπλασιαστεί 10 φορές ταχύτερα σε σχέση με το αρχικό, ενώ ήταν και περισσότερο μολυσματικό.

Οι επιστήμονες χώρισαν τα ινδικά χοιρίδια σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η πρώτη εκτέθηκε στο αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2, ενώ η δεύτερη στο στέλεχος με τη μετάλλαξη D614G. Ακολούθως 8 ινδικά χοιρίδια που δεν είχαν εκτεθεί στον SARS-CoV-2 τοποθετήθηκαν σε κλουβιά δίπλα σε καθεμία από τις παραπάνω ομάδες, έτσι ώστε να μην μπορούν να έρθουν σε επαφή με αυτές, αλλά ο αέρας να μπορεί να περάσει ανάμεσα στα κλουβιά.

Την 2η ημέρα, οι επιστήμονες εξέτασαν τα 8 ινδικά χοιρίδια που ήρθαν σε επαφή με κάθε ομάδα και διαπίστωσαν ότι όλα είχαν μολυνθεί. Ωστόσο, υπήρχαν ορισμένες διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες.

Στα ινδικά χοιρίδια που είχαν αλληλεπιδράσει με την ομάδα του μεταλλαγμένου ιού, τη 2η μέρα είχαν μολυνθεί τα 6 από τα 8, ενώ την 4η ημέρα είχαν μολυνθεί όλα.

Αντίθετα, στα ινδικά χοιρίδια που ήρθαν σε επαφή με την άλλη ομάδα, τη 2η ημέρα κανένα δεν είχε θετικές εξετάσεις για τον ιό, ενώ την 4η ημέρα όλα ήταν θετικά σε αυτόν.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι ο μεταλλαγμένος ιός μεταδίδεται ευκολότερα σε σχέση με τον αρχικό, γεγονός που εξηγεί γιατί είναι αυτός που έχει κυριαρχήσει σήμερα.

Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης την παθολογία των δύο στελεχών. Μετά τη μόλυνσή τους, τα ινδικά χοιρίδια παρουσίασαν παρόμοιο ιικό φορτίο και συμπτώματα. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι αν και ο ιός μεταδίδεται ευκολότερα, δεν προκαλεί σοβαρότερη νόσηση.

Οι ερευνητές προειδοποίησαν, ωστόσο, ότι οι παρατηρήσεις αυτές ενδέχεται να μην ισχύουν και για τον άνθρωπο.

Υποστήριξαν επίσης ότι καθώς ο SARS-CoV-2 αποτελεί ένα νέο παθογόνο, είναι δύσκολο να προβλέψουμε πως θα μεταλλαχθεί από την κυκλοφορία του στον άνθρωπο. Προκειμένου να αποτρέψουμε κατά το δυνατόν την εξάπλωση του ιού στον πληθυσμό θα πρέπει να παρακολουθούμε προσεκτικά την επίδραση των νέων μεταλλάξεων στην σοβαρότητα της νόσου, τη μετάδοση του ιού και την ευαισθησία του στα εμβόλια.