Τα περισσότερα στελέχη του SARS-CoV-2 που κυκλοφορούν σήμερα φέρουν μία μετάλλαξη που αυξάνει τη μολυσματικότητά τους, με αποτέλεσμα να έχουν κυριαρχήσει πλέον συγκριτικά με τα υπόλοιπα στελέχη του ιού.

Αν και στην αρχή της πανδημίας, υπήρχαν αρκετά διαφορετικά στελέχη του SARS-CoV-2, πλέον το 99% των στελεχών φέρουν τη μετάλλαξη D614G στην πρωτεΐνη ακίδα. Οι ασθενείς που έχουν μολυνθεί με τους παραπάνω ιούς έχουν υψηλότερο ιικό φορτίο στα ρινοφαρυγγικά δείγματα κατά τη διάγνωση της νόσου.

Ωστόσο, η παραπάνω μετάλλαξη δεν έχει συνδεθεί με σοβαρότερη νόσηση από COVID-19. Επιπλέον, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, η μετάλλαξη αυτή δεν θα επηρεάσει την αποτελεσματικότητα των θεραπειών ή των εμβολίων.

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι, παρά την παραπάνω μετάλλαξη, ο ιός SARS-CoV-2 μεταλλάσσεται με πολύ πιο αργό ρυθμό συγκριτικά με άλλους ιούς, όπως ο HIV και η γρίπη, γεγονός που επιτρέπει στους επιστήμονες να βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από τον ιό.

Η έρευνα που διαπίστωσε την παραπάνω μετάλλαξη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό mBio.

Οι επιστήμονες από το Houston Methodist Hospital ανέλυσαν την αλληλουχία 5085 δειγμάτων του SARS-CoV-2 τόσο στην αρχή της πανδημίας όσο και μερικούς μήνες αργότερα.

Τα δεδομένα που εξετάστηκαν είχαν επίσης πληροφορίες σχετικά με την πορεία των ασθενών, αλλά και για τις εργαστηριακές εξετάσεις τους.

Η συχνότερη γενετική μετάλλαξη ήταν αυτή του γονιδίου D614G, η οποία εντοπίστηκε σε 82% των δειγμάτων που είχαν ληφθεί στο διάστημα 5 Μαρτίου μέχρι 11 Μαΐου. Ωστόσο, στα δείγματα από το διάστημα 12 Μαΐου μέχρι 7 Ιουλίου, το ποσοστό της παραπάνω μετάλλαξης είχε φτάσει πλέον το 99%.

Η παρουσία της παραπάνω μετάλλαξης συνδέθηκε με τον κίνδυνο διασωλήνωσης, τη διάρκεια νοσηλείας και τη διάρκεια παραμονής στη ΜΕΘ, χωρίς να επηρεάζει ωστόσο τη θνησιμότητα των ασθενών.

Σύμφωνα με την έρευνα, η μετάλλαξη αυτή αποτελεί πλέον το κυρίαρχο στέλεχος του SARS-CoV-2 παγκοσμίως. Το εξελικτικό πλεονέκτημα της μετάλλαξης συγκριτικά με τα υπόλοιπα στελέχη του ιού είναι ότι ενισχύει την ικανότητα του SARS-CoV-2 να μολύνει τα κύτταρα.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι παρά το μεγάλο αριθμό στελεχών που εξετάστηκαν, τα δείγματα που εξέτασε η έρευνα αντιπροσωπεύουν μόλις το 10% των συνολικών περιστατικών του COVID-19 στην περιοχή του Χιούστον. Επιπλέον, σε ορισμένα από τα δείγματα που εξετάστηκαν δεν ήταν δυνατό να γίνει γενετική ανάλυση, εξ’ αιτίας της χαμηλής ποσότητας ιικού νουκλεϊκού οξέος σε αυτά.

Ένας παράγοντας που δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί είναι αν η μετάλλαξη αυτή μπορεί να επηρεάσει την αλληλεπίδραση του ιού με το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή. Ωστόσο, οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν ότι κατά πάσα πιθανότητα μετά την έναρξη της λοίμωξης, στη συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών, η παρουσία της παραπάνω μετάλλαξης δεν θα προκαλέσει διαφορετική συμπτωματολογία.

Συνεχής Παρακολούθηση

Από τα δεδομένα της παρούσας έρευνας φαίνεται ότι θα πρέπει να παρακολουθούμε τακτικά τις μεταλλάξεις στον ιό SARS-CoV-2 κατά την κυκλοφορία του τελευταίου παγκοσμίως. Οι μεταλλάξεις του ιού μπορεί να επηρεάσουν τον τρόπο μετάδοσής του, επομένως τα μέτρα πρόληψης στην κοινότητα θα πρέπει πιθανώς να προσαρμοστούν στη νέα συμπεριφορά του ιού.

Οι επιστήμονες της έρευνας υποστήριξαν επίσης ότι θα πρέπει να παρακολουθούμε την ισχύ της ανοσίας που δημιουργείται στο κάθε στέλεχος μετά από νόσηση ή τον εμβολιασμό με κάποιο από τα νέα εμβόλια.

Ορισμένοι ειδικοί υποστήριξαν ότι, αν και η έρευνα προσφέρει σημαντικά δεδομένα, τα τελευταία θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από νέες μελέτες σε άλλους πληθυσμούς προκειμένου να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει με τις μεταλλάξεις του SARS-CoV-2 παγκοσμίως.

Βιβλιογραφία: Medscape