Μία νέα έρευνα από τη Μεγάλη Βρετανία δείχνει ότι η θνησιμότητα των ασθενών με COVID-19 στη ΜΕΘ έχει μειωθεί σχεδόν στα 2/3 από την αρχή της πανδημίας. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Anaesthesia και διαπίστωσε ότι η θνησιμότητα μειώθηκε από 50% το Μάρτιο σε λιγότερο από 42% στα τέλη Μαΐου.

Τα ποσοστά αυτά έχουν παρατηρηθεί τόσο στην Ευρώπη και την Αμερική, όσο και στην Ασία.

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η μείωση αυτή αποδίδεται σε διάφορους παράγοντες. Αρχικά, τα κριτήρια για την εισαγωγή στη ΜΕΘ έχουν προσαρμοστεί, ενώ οι γιατροί γνωρίζουν πλέον καλύτερα πως να αντιμετωπίσουν τα συμπτώματα και τις επιπλοκές του ιού. Επιπλέον, τα νοσοκομεία είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένα σε σχέση με την αρχή της πανδημίας.

Αν και η μείωση είναι αρκετά σημαντική, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η θνησιμότητα των ασθενών με COVID-19 στη ΜΕΘ είναι αρκετά υψηλότερη σε σχέση με αυτή που παρατηρείται σε άλλες ιογενείς πνευμονίες.

«Αν και σίγουρα είναι θετικό ότι η θνησιμότητα έχει μειωθεί σε σχέση με την αρχή της πανδημίας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο COVID-19 είναι μία επικίνδυνη νόσος αναφορικά με τον κίνδυνο θανάτου και τον κίνδυνο μακροχρόνιας αναπηρίας», είπε ο Dr Jonathan Siner, ένας πνευμονολόγος από το Πανεπιστήμιο του Yale.

Περισσότεροι Ασθενείς Επιβιώνουν στις ΜΕΘ

Προκειμένου να εξετάσουν πως επηρεάστηκαν τα ποσοστά θνησιμότητας των ασθενών με COVID-19 στη ΜΕΘ, οι ερευνητές έκαναν μία συστηματική μελέτη και μετα-ανάλυση στην οποία εξέτασαν 24 έρευνες παρατήρησης.

Στις παραπάνω είχαν λάβει μέρος σχεδόν 10.150 ασθενείς. Οι επιστήμονες παρατήρησαν μία σημαντική μείωση της θνησιμότητας στις ΜΕΘ σε όλο τον κόσμο.

Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, η θνησιμότητα μειώθηκε από 50% στα τέλη Μαρτίου σε λιγότερο από 42% στα τέλη Μαΐου.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα ποσοστά αυτά ήταν παρόμοια σε όλες τις χώρες, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορές τόσο στη θεραπεία όσο και στα κριτήρια εισαγωγής στη ΜΕΘ σε κάθε ήπειρο.

Η Θνησιμότητα Μειώνεται Αλλά Παραμένει Υψηλή

Η μείωση στα ποσοστά θνησιμότητας έχει δημιουργήσει μία αισιοδοξία, ωστόσο σύμφωνα με τους επιστήμονες το 42% είναι αρκετά υψηλό ποσοστό.

Συγκριτικά, η θνησιμότητα των άλλων ιογενών πνευμονιών που αντιμετωπίζονται στη ΜΕΘ είναι περίπου 22%, σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας.

Το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS), μία σοβαρή επιπλοκή που εμφανίζεται σε ορισμένους ασθενείς με COVID-19, έχει θνησιμότητα 40-60% και ενοχοποιείται επίσης για ένα σημαντικό ποσοστό θανάτων στη ΜΕΘ.

Η θνησιμότητα των ασθενών που παρουσιάζουν σοβαρή λοίμωξη από COVID-19 (και ARDS) επηρεάζεται από τη σοβαρότητα των πνευμονικών βλαβών, τη φλεγμονή και τις βλάβες σε άλλα όργανα όπως ο εγκέφαλος και οι νεφροί, καθώς και τα συνοδά νοσήματα των ασθενών.

Γιατί έχει Μειωθεί η Θνησιμότητα;

Οι γιατροί γνωρίζουν πλέον καλύτερα πως να αντιμετωπίσουν τον COVID-19 και τις επιπλοκές του σε σχέση με την αρχή της πανδημίας.

Το Φεβρουάριο και το Μάρτιο, ο COVID-19 ήταν ακόμα μία νέα νόσος και οι γιατροί δεν γνώριζαν ακόμα ποιες ήταν οι πιο αποτελεσματικές προσεγγίσεις στην αντιμετώπισή του.

Μετά από μερικούς μήνες, οι γιατροί είχαν καταφέρει πλέον να ταυτοποιήσουν αποτελεσματικά φάρμακα, όπως η ρεμδεσιβίτη και τα κορτικοστεροειδή, τα οποία μπορούν να βελτιώσουν την πορεία των ασθενών.

Γνωρίζουμε επίσης ποιοι είναι οι ασθενείς που χρειάζονται εισαγωγή στη ΜΕΘ, καθώς και ποιοι πρέπει να λάβουν εξωτερική χορήγηση οξυγόνου ή διασωλήνωση.

Σύμφωνα με αρκετούς ειδικούς, ο παράγοντας που επηρέασε περισσότερο τη μείωση στα ποσοστά θνησιμότητας ήταν η βελτιστοποίηση των πρωτοκόλλων θεραπείας στη ΜΕΘ.

Η καλύτερη λειτουργία των νοσοκομείων και η κατάλληλη προσαρμογή τους σε σχέση με την αρχή της πανδημίας όπου παρατηρήθηκε μαζική εισροή ασθενών, έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο.

«Σε αρκετές χώρες, τα νοσοκομεία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο αριθμό ασθενών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν νέες ΜΕΘ ή να κατακλυστούν οι ήδη υπάρχουσες», είπε ο Dr Mangala Narasimhan, διευθυντής ΜΕΘ στο Northwell Health της Νέας Υόρκης.

Ορισμένα νοσοκομεία έπρεπε να προσαρμόσουν τις ΜΕΘ προκειμένου να δεχτούν το μεγάλο αριθμό ασθενών, ενώ σε άλλα παρατηρήθηκε έλλειψη εξοπλισμού τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους γιατρούς.

Εξ’ αιτίας του παραπάνω φαινομένου, αρκετοί ασθενείς χρειάστηκε να αντιμετωπιστούν από γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, γεγονός που συνέβαλε επίσης στα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας που παρατηρήθηκαν το Μάρτιο.

Τα lockdown που εφαρμόστηκαν σε αρκετές χώρες, βοήθησαν έτσι ώστε να μειωθεί σημαντικά η επιβάρυνση των νοσοκομείων. Το γεγονός αυτό διασφάλισε ότι τα νοσοκομεία μπορούσαν να προσφέρουν την κατάλληλη φροντίδα στους ασθενείς που νοσούσαν από τον ιό.

Τι Σημαίνει η Μείωση Αυτή για την Πορεία της Πανδημίας;

Καθώς τα περιστατικά του ιού αυξάνονται, το ίδιο ισχύει και για τις νοσηλείες. Σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις, η θνησιμότητα θα συνεχίσει να μειώνεται. Ακόμα κι αν εμφανιστεί ένα δεύτερο κύμα κρουσμάτων, τα νοσοκομεία θα είναι καλύτερα προετοιμασμένα και επομένως δεν θα παρατηρηθεί σημαντική αύξηση στα ποσοστά θνησιμότητας.

Αρκετά νοσοκομεία έχουν ήδη προετοιμαστεί για μεγαλύτερους αριθμούς ασθενών, ενώ ήδη έχουν αναδειχθεί και ορισμένες θεραπείες που μπορούν να περιορίσουν τη θνησιμότητα της νόσου.

Ακόμη, έχουν δημοσιευτεί νέα δεδομένα που δείχνουν ότι μπορούμε να περιορίσουμε τις διαταραχές της πηκτικότητας που εμφανίζονται σε ασθενείς με σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Ο Siner είναι αισιόδοξος ότι σύντομα θα γνωρίζουμε περισσότερα για τον COVID-19 και επομένως θα μπορούμε να περιορίσουμε τα ποσοστά θνησιμότητας ακόμα περισσότερο.