Αρκετοί από τους ασθενείς που παρουσιάζουν χρόνια συμπτώματα μετά την COVID-19 πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Το φαινόμενο αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και υπογραμμίζει την ανάγκη να γίνουν νέες μελέτες που θα εξετάσουν τη σύνδεση ανάμεσα στις 2 νόσους.

Η εμφάνιση ενός συνδρόμου κόπωσης μετά την ανάρρωση από μία λοίμωξη δεν αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο. Στην πραγματικότητα, εδώ και σχεδόν 100 χρόνια, έχουν καταγραφεί αρκετά περιστατικά συνδρόμου χρόνιας κόπωσης που εμφανίστηκαν μετά τις λοιμώξεις από ιούς, βακτήρια, μύκητες ή ακόμα και πρωτόζωα.

Τα κριτήρια για τη διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης ορίστηκαν από το Institute of Medicine το 2015 και περιλαμβάνουν σημαντική μείωση της λειτουργικότητας για τουλάχιστον 6 μήνες, αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση, μη αναζωογονητικό ύπνο, έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών ή/και ορθοστατική δυσανεξία.

Οι ασθενείς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης παρουσιάζουν επίσης συχνά επώδυνες κεφαλαλγίες, μυαλγίες ή αρθραλγίες, καθώς και αλλεργίες ή άλλες ευαισθησίες. Αν και ορισμένοι ασθενείς μπορούν να συνδέσουν την εμφάνιση του συνδρόμου με κάποια λοίμωξη, στους περισσότερους αυτό δεν είναι δυνατό, καθώς η διάγνωση μπορεί να καθυστερήσει για μήνες ή και χρόνια από την εμφάνιση των συμπτωμάτων.

Σε μία διεθνή μελέτη που εξέτασε 3762 ασθενείς με long COVID και δημοσιεύτηκε πέρσι το Δεκέμβριο, τα συχνότερα συμπτώματα που αναφέρθηκαν από τους ασθενείς 6 μήνες μετά τη λοίμωξη ήταν το αίσθημα κόπωσης (78%), το αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση (72%) και η έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών («θόλωση της σκέψης» – 55%). Μάλιστα, το 45% ανέφερε ότι ζήτησε μειωμένο ωράριο στην εργασία του εξ’ αιτίας της επιβάρυνσης από τα παραπάνω συμπτώματα, ενώ το 22% σταμάτησε εντελώς την εργασία.

Η Lucinda Bateman, MD, είναι επικεφαλής μίας κλινικής στις ΗΠΑ η οποία ειδικεύεται στην αντιμετώπιση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Όπως ανέφερε, τους τελευταίους μήνες προσήλθαν στην κλινική της 12 ασθενείς με long COVID, εκ των οποίων οι 9 πληρούσαν τα κριτήρια για τη διάγνωση του συνδρόμου ορθοστατικής ταχυκαρδίας (postural orthostatic tachycardia syndrome), ενώ οι 6 για τη διάγνωση της ινομυαλγίας.

Μία διαφορά ανάμεσα στους ασθενείς με long COVID και αυτούς με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης είναι ότι οι πρώτοι παρουσιάζουν συχνά έντονη δύσπνοια και παρατεταμένη ανοσμία ή αγευσία, συμπτώματα που δεν είναι χαρακτηριστικά του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης.

Με βάση τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα που δείχνουν ότι περίπου το 10% των ασθενών που νοσούν από κάποια λοίμωξη θα παρουσιάσει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, αν μέχρι το τέλος του 2021 έχουμε 200 εκατομμύρια περιστατικά COVID-19, αυτό σημαίνει ότι θα εμφανιστούν περίπου 20 εκατομμύρια νέα περιστατικά συνδρόμου χρόνιας κόπωσης.

Μία Μεγάλη Επένδυση

Το National Institutes of Health των ΗΠΑ επένδυσε προσφάτως 1.15 δισεκατομμύρια δολάρια για τη διερεύνηση των συμπτωμάτων και την αντιμετώπιση της long COVID, σύμφωνα με μία ανακοίνωση του National Institute of Neurological Disorders and Stroke (NINDS) στις 5 Φεβρουαρίου.

Την ίδια ημέρα, ανακοινώθηκε επίσης από το NINDS ότι ξεκινά μία μεγάλης κλίμακας έρευνα που θα εξετάσει τη σύνδεση ανάμεσα στο σύνδρομο χρόνιας κόπωσης και την long COVID.

Αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι η long COVID αποδίδεται πιθανώς στις ίδιες ανωμαλίες του εγκεφάλου που συνδέονται με το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, ωστόσο αυτό θα πρέπει να επιβεβαιωθεί από τις μελέτες του NINDS.

Το 2017, ο οργανισμός ανακοίνωσε ότι θα επενδύσει μεγάλα ποσά στην έρευνα για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης, ιδρύοντας παράλληλα 4 νέα κέντρα ερευνών.

Αυτή τη στιγμή διεξάγονται ήδη 2 μεγάλες έρευνες για την long COVID, η μία από τις οποίες εξετάζει ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα συνδρόμου χρόνιας κόπωσης μετά την ανάρρωση από COVID-19. Ο στόχος είναι να εξεταστούν συνολικά περίπου 1300 ασθενείς. Αυτή τη στιγμή αρκετοί επιστήμονες εξετάζουν τα παραπάνω δεδομένα συνολικά.

Οδηγίες για τους Γιατρούς

Η Bateman έδωσε και μερικές κλινικές οδηγίες για τη διαχείριση των ασθενών με συμπτώματα συνδρόμου χρόνιας κόπωσης ανεξαρτήτως, ανεξαρτήτως προκλητικού παράγοντα.

Όπως υποστήριξε, οι γιατροί θα πρέπει να εξετάζουν ξεχωριστά το κάθε σύμπτωμα του ασθενείς. Εκτός από τη δυσανεξία στην άσκηση και το αίσθημα κακουχίας μετά την άσκηση, το σύμπτωμα που συνήθως δεν αξιολογείται είναι η ορθοστατική δυσανεξία. Το τελευταίο σύμπτωμα ενοχοποιείται σε μεγάλο βαθμό για την έκπτωση της λειτουργικότητας των ασθενών και μπορεί να αντιμετωπιστεί με υποστηρικτική θεραπεία.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα στο οποίο στάθηκε η επιστήμονας είναι το γεγονός ότι αρκετοί ασθενείς με σοβαρά εξουθενωτικά συμπτώματα έχουν αρνητικές εξετάσεις για τη διάγνωση ιστορικού ή παρούσας λοίμωξης. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα συχνό στην πανδημία της COVID-19, καθώς αρκετοί ασθενείς νόσησαν στην αρχή της πανδημίας, όταν δεν υπήρχε εύκολη πρόσβαση στις εξετάσεις PCR.

Όπως τόνισε, ο προκλητικός παράγοντας δεν θα πρέπει να απασχολεί τους γιατρούς κατά την αντιμετώπιση των ασθενών που πληρούν τα κριτήρια για το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης.

Καταλήγοντας, η επιστήμονας υποστήριξε ότι ένα θετικό από την πανδημία της COVID-19 είναι το γεγονός ότι επιτέλους επενδύονται σημαντικά ποσά στην περαιτέρω διερεύνηση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης.