Ορισμένες κλινικές δοκιμές που εξετάζουν εμβόλια για τον COVID-19 δεν αναφέρουν στο κοινό τι περιέχουν τα placebo με τα οποία συγκρίνουν το εκάστοτε εμβόλιο. Αυτό είναι κάτι που θα έπρεπε να είναι γνωστό, καθώς διαφορετικά placebo μπορεί να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση της αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας του εμβολίου που εξετάζεται.

Μία νέα οδηγία που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS Medicine δίνει λύση στο παραπάνω πρόβλημα καθώς προσφέρει ένα πιο πρακτικό τρόπο για την αναφορά των συστατικών στα placebo.

Σε ορισμένες κλινικές δοκιμές εμβολίων για τον COVID-19, οι εθελοντές που ανήκουν στην ομάδα ελέγχου (δηλαδή την ομάδα που παίρνει placebo) λαμβάνουν ένα αλατούχο διάλυμα αντί για το εμβόλιο. Σε άλλες κλινικές δοκιμές, το placebo είναι μία άλλη θεραπεία. Για παράδειγμα, στο εμβόλιο του COVID-19 που αναπτύσσεται από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η ομάδα ελέγχου λαμβάνει το εμβόλιο της μηνιγγίτιδας.

Τα οφέλη της χορήγησης ενός άλλου πραγματικού εμβολίου στην ομάδα ελέγχου είναι ότι παρατηρούνται αντίστοιχες ανεπιθύμητες ενέργειες στο σημείο της έγχυσης, όπως μυαλγία και τοπικό άλγος. Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει στους ασθενείς να γνωρίζουν αν παίρνουν το εμβόλιο που εξετάζεται από την έρευνα ή placebo. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται ότι η μελέτη είναι «τυφλή».

Αν ο ασθενής γνωρίζει ότι παίρνει το πραγματικό εμβόλιο, τότε μπορεί να περιμένει ότι θα βελτιωθεί η κατάστασή του, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει βελτίωση εν μέρει για ψυχολογικούς λόγους. Αντίθετα, αν γνωρίζει ότι παίρνει placebo μπορεί να εγκαταλείψει την κλινική δοκιμή καθώς πιστεύει ότι δεν παίρνει θεραπεία. Η χρησιμοποίηση ενός πραγματικού εμβολίου στην ομάδα ελέγχου ουσιαστικά διασφαλίζει ότι η κλινική δοκιμή είναι πράγματι «τυφλή».

Placebo με Ενεργή Ουσία

Το σημαντικότερο πρόβλημα με τα placebo που περιέχουν κάποια ενεργή ουσία, όπως για παράδειγμα ένα άλλο εμβόλιο, είναι ότι μπορεί να δημιουργήσουν δυσκολίες στην αναγνώριση των ανεπιθυμήτων ενεργειών.

Προκειμένου να εξετάσουμε αν ένα εμβόλιο έχει μία συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια, όπως ερυθρότητα ή οίδημα στο σημείο της έγχυσης, εξετάζουμε τη συχνότητά της συγκριτικά με ένα placebo. Με τον ίδιο τρόπο εξετάζουμε αν μία θεραπεία είναι αποτελεσματική ή επιβλαβής.

Κατά συνέπεια, καταλαβαίνουμε ότι αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι οι διαφορές με το placebo. Έτσι, αν το εμβόλιο που εξετάζουμε προκαλεί περισσότερο μούδιασμα στο σημείο της έγχυσης σε σχέση με το εμβόλιο, μπορούμε να πούμε ότι το μούδιασμα είναι μία ανεπιθύμητη ενέργεια του εμβολίου που εξετάζουμε. Ωστόσο, αν το placebo που χρησιμοποιούμε έχει την ίδια ανεπιθύμητη ενέργεια (όπως ερυθρότητα ή οίδημα), τότε ο τυπικός τρόπος για να διαπιστώσουμε αν το εμβόλιό μας έχει ανεπιθύμητες ενέργειες, δεν είναι αποτελεσματικός. Καθώς το placebo προκαλεί την ίδια ανεπιθύμητη ενέργεια είναι αδύνατο να ανιχνεύσουμε κάποια διαφορά. Με άλλα λόγια, οι δύο ανεπιθύμητες ενέργειες αλληλοαναιρούνται στους υπολογισμούς μας.

Ένα σημαντικό πρόβλημα σήμερα είναι ότι συχνά δεν γνωρίζουμε πως να ερμηνεύσουμε τις ανεπιθύμητες ενέργειες στις κλινικές δοκιμές, καθώς οι ερευνητές σπάνια αναφέρουν τι περιέχει το placebo. Στις περισσότερες κλινικές δοκιμές, ιδιαίτερα σε αυτές που εξετάζουν εμβόλια, σχεδόν ποτέ δεν αναφέρονται τα συστατικά των placebo που χρησιμοποιήθηκαν. Το γεγονός αυτό καθιστά δύσκολο να κατανοήσουμε ποιες είναι οι πραγματικές ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων. Φυσικά, το ίδιο ισχύει και για τις περισσότερες θεραπείες που εξετάζονται σε κλινικές δοκιμές με άγνωστα placebo.

Οι ομάδες ελέγχου με placebo αποτελούν σήμερα τον ιδανικό τρόπο εκτίμησης τόσο της αποτελεσματικότητας όσο και της ασφάλειας μίας νέας θεραπείας. Αν η θεραπεία είναι καλύτερη από το placebo, τότε θεωρούμε ότι είναι αποτελεσματική. Το πρόβλημα είναι ότι σήμερα δεν υπάρχει ένα είδος placebo που χρησιμοποιείται σε όλες τις έρευνες, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιοριστούν επακριβώς οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου ή εμβολίου που εξετάζεται. Οι νέες οδηγίες διορθώνουν το παραπάνω πρόβλημα καθώς προσφέρουν έναν απλό τρόπο για την αναφορά των συστατικών στα placebo.

Το πρόβλημα της άγνοιας σχετικά με τα συστατικά των placebo είναι γνωστό για περισσότερο από 15 χρόνια. Με την εφαρμογή της παραπάνω οδηγίας θα καταστεί δυνατό να γνωρίζουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια πόσο ωφέλιμο ή επικίνδυνο είναι κάθε φάρμακο ή εμβόλιο που εξετάζεται σε κλινικές δοκιμές με placebo.

Βιβλιογραφία: The Conversation

Φωτογραφία: Jernej Furman (CC BY 2.0)