Το σημείο καμπής της λοίμωξης με COVID-19 εμφανίζεται συνήθως στη 2η εβδομάδα από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Στο σημείο αυτό, οι περισσότεροι ασθενείς έχουν ήδη αρχίσει να παρουσιάζουν βελτίωση, ωστόσο ένα μικρό ποσοστό παρουσιάζει σοβαρή δύσπνοια με αποτέλεσμα να χρειάζεται νοσηλεία. Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα, ο παράγοντας που ενοχοποιείται περισσότερο για την πνευμονική ανεπάρκεια που εμφανίζεται στους παραπάνω ασθενείς είναι η υπερβολική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Μία νέα έρευνα από τις ΗΠΑ, ωστόσο, δείχνει ότι η ανεξέλεγκτη ανοσιακή απόκριση δεν αποτελεί τον σημαντικότερο αιτιολογικό παράγοντα στους περισσότερους ασθενείς που νοσηλεύονται για COVID-19. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, μάλιστα, μόλις το 4% των ασθενών είχε τα σημαντικά αυξημένα επίπεδα των ανοσιακών μορίων που χαρακτηρίζουν την «καταιγίδα κυτταροκινών». Οι υπόλοιποι είχαν απλά φλεγμονή, όχι όμως στα επίπεδα που θα περιμέναμε σε έναν ασθενή που αντιμετωπίζει μία λοίμωξη. Μάλιστα, όπως τόνισαν οι ερευνητές, τα επίπεδα της φλεγμονής στους ασθενείς με COVID-19 ήταν χαμηλότερα σε σχέση με αυτά που παρατηρούνται στους ασθενείς με γρίπη.

Η έρευνα διεξήχθη από επιστήμονες στα Washington University School of Medicine και St. Jude Children’s Research Hospital και δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Advances. Σε αυτήν διαπιστώθηκε επίσης ότι τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως η δεξαμεθαζόνη, μπορούν να βοηθήσουν μόνο ένα περιορισμό αριθμό ασθενών με σοβαρό COVID-19.

«Μία από τις πρώτες δημοσιεύσεις που εξέτασε ασθενείς με COVID-19 στην Κίνα είχε παρατηρήσει υψηλά επίπεδα κυτταροκινών στους ασθενείς της ΜΕΘ, ένα φαινόμενο που ονομάζουμε καταιγίδα κυτταροκινών», είπε ο Philip Mudd, MD, PhD, ένας από τους κύριους συγγραφείς της έρευνας. «Θέλαμε να εξετάσουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά της καταιγίδας κυτταροκινών, επομένως αναζητήσαμε τα σημεία της στους ασθενείς του νοσοκομείου μας. Προς έκπληξή μας, δεν βρήκαμε τέτοια σημεία. Αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι η καταιγίδα κυτταροκινών ναι μεν μπορεί να εμφανιστεί, ωστόσο αυτό συμβαίνει σχετικά σπάνια, ακόμα και σε ασθενείς που παρουσιάζουν αναπνευστική ανεπάρκεια και διασωληνώνονται. Σήμερα, αρκετοί γιατροί χορηγούν αντιφλεγμονώδεις θεραπείες βασιζόμενοι στις πρώτες έρευνες που είχαν παρατηρήσει καταιγίδα κυτταροκινών. Αυτό είναι ανησυχητικό, καθώς οι θεραπείες αυτές δεν προσφέρουν κανένα όφελος στους περισσότερους ασθενείς με COVID-19».

Πριν την πανδημία, ο Mudd μελετούσε την ανοσιακή απόκριση στη γρίπη, εξετάζοντας δείγματα αίματος από ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στη ΜΕΘ του Barnes-Jewish Hospital. Στα τέλη Μαρτίου, όταν οι ΜΕΘ άρχισαν να γεμίζουν με ασθενείς COVID-19, ο Mudd και ο Ali Ellebedy, PhD, καθηγητής παθολογοανατομίας και ανοσολογίας, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την ίδια προσέγγιση για να εξετάσουν τη δράση του ανοσοποιητικού συστήματος στους ασθενείς με σοβαρό COVID-19.

Για το σκοπό αυτό ανέλυσαν ανοσιακά κύτταρα και μόρια σε δείγματα αίματος από 168 ασθενείς με COVID-19, 26 ασθενείς με γρίπη και 16 υγιή άτομα. Οι επιστήμονες συνέλεξαν επίσης δεδομένα σχετικά με την πορεία κάθε ασθενούς (αν χρειάστηκαν νοσηλεία στη ΜΕΘ, διασωλήνωση ή κατέληξαν). Στην έρευνα συμμετείχαν επίσης ο Paul Thomas, PhD, και ο Jeremy Crawford, PhD, από το St. Jude.

Όπως διαπιστώθηκε, ο αριθμός των φλεγμονωδών κυττάρων στο αίμα των ασθενών με COVID-19 δεν παρουσίαζε σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με τον αντίστοιχο αριθμό των ασθενών με γρίπη. 7 από τους ασθενείς με COVID-19 (4%) παρουσίασαν σημεία καταιγίδας κυτταροκινών, είχαν δηλαδή πολύ υψηλά επίπεδα κυτταροκινών συγκριτικά με άλλους ασθενείς που νοσούν σοβαρά. Η πλειοψηφία των ασθενών με COVID-19 που παρουσίασαν οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια, όχι μόνο δεν παρουσίασαν καταιγίδα κυτταροκινών, αλλά είχαν χαμηλότερα επίπεδα φλεγμονής συγκριτικά με τους ασθενείς με γρίπη.

Μερικές κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ορισμένοι ασθενείς που νοσούν σοβαρά από COVID-19 παρουσιάζουν βελτίωση μετά τη χορήγηση στεροειδών φαρμάκων, όπως η δεξαμεθαζόνη. Μία μετα-ανάλυση που δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβριο είχε διαπιστώσει ότι το ποσοστό των ασθενών που παρουσιάζουν βελτίωση μετά τη χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων είναι 2-9%. Η παρούσα μελέτη ουσιαστικά συμφωνεί με τα παραπάνω αποτελέσματα.

«Ουσιαστικά αυτοί που ωφελούνται από τα στεροειδή είναι το 4% των ασθενών που παρουσιάζουν καταιγίδα κυτταροκινών», είπε ο Mudd. «Πιστεύω ότι η έρευνά μας εξηγεί γιατί κάποιοι ασθενείς παρουσιάζουν βελτίωση μετά τη χορήγηση στεροειδών. Ωστόσο, από τα δεδομένα μας φαίνεται επίσης ότι οι περισσότεροι ασθενείς δεν έχουν ανάγκη στεροειδών. Αν χορηγήσουμε στεροειδή σε έναν ασθενή που έχει ήδη επαρκείς ποσότητες, αυτό πιθανώς δεν είναι ωφέλιμο για τον ασθενή».

Ο στόχος αυτή τη στιγμή είναι να βρεθεί κάποιος τρόπος για το διαχωρισμό των ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν καταιγίδα κυτταροκινών, με σκοπό να ξεκινήσει εγκαίρως η θεραπεία με στεροειδή. Οι επιστήμονες της έρευνας ανέλυσαν εκτενώς τις εργαστηριακές εξετάσεις των ασθενών (επίπεδα κυττάρων αίματος, φλεγμονώδεις δείκτες) χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να ανακαλύψουν κάποιο δείκτη με προγνωστική ισχύ για την καταιγίδα κυτταροκινών. Στις μελλοντικές τους έρευνες θα προσπαθήσουν να επιτύχουν τον παραπάνω στόχο.

«Οι ασθενείς της ομάδας του ‘πραγματικού’ φαινότυπου καταιγίδας κυτταροκινών έχουν σημαντικές ανοσολογικές διαφορές σε αρκετούς ανοσιακούς μηχανισμούς συγκριτικά με τους υπολοίπους. Αν μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις διαφορές στους μηχανισμούς αυτούς εγκαίρως, θα είναι ευκολότερο να γίνει διαλογή των ασθενών αυτών προκειμένου να λάβουν άμεσα τη θεραπεία που χρειάζονται», υποστήριξε ο Thomas.

Καθώς η καταιγίδα κυτταροκινών φαίνεται ότι αποκλείται πλέον ως συχνότερο αίτιο αναπνευστικής ανεπάρκειας στους ασθενείς με COVID-19, θα πρέπει να αναζητήσουμε άλλα αίτια για το παραπάνω φαινόμενο, είπε ο Mudd.

«Στο δείγμα που εξετάσαμε, το 24% κατέληξε, ωστόσο μόλις το 4% παρουσίασε καταιγίδα κυτταροκινών», υποστήριξε. «Οι περισσότεροι ασθενείς κατέληξαν από COVID-19 χωρίς να παρουσιάσουν καταιγίδα κυτταροκινών. Η φλεγμονή στα σοβαρά περιστατικά γρίπης ήταν μάλιστα υψηλότερη σε σχέση με αυτή των ασθενών με σοβαρό COVID-19. Πού αποδίδεται επομένως η αναπνευστική ανεπάρκεια; Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να εξερευνήσουμε».