Μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο επιστημονικό περιοδικό Cell έδειξε ότι τα αυξημένα επίπεδα ορισμένων κυτταροκινών που εμφανίζονται στους ασθενείς με COVID-19, ως αποτέλεσμα της καταιγίδας κυτταροκινών, μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη μακροπρόθεσμης ανοσίας για τον SARS-CoV-2, τον ιό δηλαδή που ευθύνεται για τη λοίμωξη.

«Αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι η ανοσία για τον COVID-19 δεν έχει μεγάλη διάρκεια, καθώς τα επίπεδα των αντισωμάτων φθίνουν ταχέως», εξήγησε ο Shiv Pillai, PD, PhD, από το Ragon Institute of MGH και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Harvard. «Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς είχε η παρατήρηση ότι οι ασθενείς που παρουσιάζουν ήπια ή σοβαρή νόσηση από COVID-19, έχουν αντισώματα που δεν φέρουν μία χαρακτηριστική δομή που εμφανίζεται στα αντισώματα υψηλής ποιότητας. Βασιζόμενοι στις γνώσεις μας σχετικά με τον τρόπο που συνεργάζονται δύο διαφορετικά είδη ανοσιακών κυττάρων προκειμένου να παραχθούν τα αντισώματα, καταφέραμε να αναδείξουμε ένα μηχανισμό που μπορεί να εξηγήσει τη χαμηλής ποιότητας ανοσιακή απόκριση στους ασθενείς με COVID-19».

Η ομάδα του Pillai συνεργάστηκε με τον Robert Padera, MD, PhD, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Harvard, και εξέτασε τους σπλήνες και τους λεμφαδένες ασθενών που κατέληξαν από COVID-19. Όπως διαπιστώθηκε, στους ασθενείς αυτούς, υπήρχε μειωμένος αριθμός βλαστικών κέντρων, τα οποία αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ανοσιακής απόκρισης.

Τα βλαστικά κέντρα είναι δομές που βρίσκονται στους λεμφαδένες και το σπλήνα και ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια μίας λοίμωξης ή κατά τον εμβολιασμό. Στα κέντρα αυτά ωριμάζουν τα Β λεμφοκύτταρα, τα κύτταρα δηλαδή που παράγουν αντισώματα, σε Β λεμφοκύτταρα μνήμης. Η διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με ελεγχόμενες μεταλλάξεις στα γονίδια των αντισωμάτων, επιτρέπει στο ανοσοποιητικό σύστημα να επιλέξει τα Β λεμφοκύτταρα που παράγουν τα καλύτερα αντισώματα για ένα συγκεκριμένο παθογόνο. Δημιουργείται έτσι μία μακράς διάρκειας ανοσιακή μνήμη η οποία επιτρέπει στον οργανισμό να αναγνωρίσει και να αντιμετωπίσει το παθογόνο άμεσα σε μία μελλοντική λοίμωξη. Χωρίς ικανοποιητικό αριθμό βλαστικών κέντρων είναι αδύνατο να παραχθούν επαρκή Β λεμφοκύτταρα και να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη ανοσία. Ένα άλλο είδος ανοσιακών κυττάρων με σημαντικό ρόλο στην ανοσία είναι τα βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα. Όπως διαπιστώθηκε, σε ορισμένους ασθενείς με COVID-19 καθυστερεί η εμφάνιση των βοηθητικών Τ λεμφοκυττάρων με αποτέλεσμα να καθυστερεί και η δράση των Β λεμφοκυττάρων. Επιπλέον, σε ασθενείς με σοβαρή νόσηση, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι συχνά δεν υπήρχαν καθόλου βλαστικά κέντρα.

Προηγούμενες έρευνες που εξέτασαν λοιμώδη νοσήματα σε ποντίκια είχαν δείξει ότι τα υψηλά επίπεδα κυτταροκινών, δηλαδή μικρών σηματοδοτικών μορίων του ανοσοποιητικού συστήματος, μπορούν να αποτρέψουν το σχηματισμό των βοηθητικών Τ λεμφοκυττάρων και κατά συνέπεια των βλαστικών κέντρων. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, ιδιαίτερα τα υψηλά επίπεδα του TNF, μίας κυτταροκίνης, ήταν αυτά που εμπόδιζαν το σχηματισμό βλαστικών κέντρων. Στους ασθενείς που παρουσίασαν σοβαρή νόσηση από COVID-19, οι επιστήμονες παρατήρησαν μάλιστα υψηλές συγκεντρώσεις του TNF στις περιοχές όπου θα έπρεπε να έχουν αναπτυχθεί τα βλαστικά κέντρα.

Απουσία βλαστικών κέντρων έχει παρατηρηθεί και σε άλλες νόσους, μεταξύ των οποίων και ο SARS, ωστόσο το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται πάντοτε απουσία ανοσιακής απόκρισης. «Στον COVID-19 υπάρχει ανοσιακή απόκριση», εξήγησε ο Padera. «Απλά δεν προέρχεται από τα βλαστικά κέντρα». Η απουσία απόκρισης από τις δομές αυτές, ωστόσο, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ανάπτυξη ανοσίας της αγέλης.

«Χωρίς το σχηματισμό βλαστικών κέντρων, είναι απίθανο να παρουσιαστεί μακροπρόθεσμη ανοσία μετά από μία φυσική λοίμωξη, δηλαδή τα αντισώματα που παράγονται θα προσφέρουν προστασία για μικρή διάρκεια. Κατά συνέπεια, ο ασθενής που αναρρώνει θα μπορεί να μολυνθεί και πάλι μέσα σε 1 εξάμηνο ή και νωρίτερα. Επομένως θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης», πρόσθεσε ο Pillai.

Οι παρατηρήσεις της έρευνας πιθανώς δεν θα επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα ενός εμβολίου, καθώς τα τελευταία δεν προκαλούν καταιγίδα κυτταροκινών. Η ανοσιακή απόκριση που προκαλεί ένα εμβόλιο περιλαμβάνει ανάπτυξη βλαστικών κέντρων, καθώς και παραγωγή αντισωμάτων υψηλής ποιότητας τα οποία διασφαλίζουν μακροχρόνια ανοσία.