Ορισμένες κακοήθειες και οι επιπλοκές τους συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρής ή απειλητικής για τη ζωή νόσησης από COVID-19, ωστόσο αυτό δεν ισχύει για τις κυτταροτοξικές χημειοθεραπείες, όπως διαπίστωσε μία νέα έρευνα.

«Στην έρευνά μας αναφερόμαστε σε αρκετές λεπτομέρειες οι οποίες αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου αναφορικά με την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα διάφορα είδη καρκίνου, τις θεραπείες τους και τον COVID-19», δήλωσε η Dr Melissa Pessin από το Memorial Sloan Kettering Cancer Center στη Νέα Υόρκη. «Ωστόσο, είναι σημαντικό για τους ασθενείς να μην καθυστερούν τις αντικαρινικές θεραπείες τους. Στην εποχή του κορονοϊού έχουμε παρατηρήσει αρκετά περιστατικά ασθενών που επιστρέφουν στον ογκολόγο με καρκίνο σε επόμενα στάδια».

Αν και ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι συγκεκριμένες κακοήθειες συνδέονται με υψηλότερα ποσοστά εισαγωγής στη ΜΕΘ και θανάτου από COVID-19, οι επιδράσεις της αντικαρκινικής θεραπείας στην πορεία του COVID-19 είναι άγνωστες.

Η Dr Pessin και οι συνεργάτες της εξέτασαν τα κλινικά χαρακτηριστικά και την πορεία 309 ασθενών με επιβεβαιωμένη λοίμωξη από SARS-CoV-2.

Από τους ασθενείς αυτούς, το 47.6% νοσηλεύτηκε, το 10% κατέληξε και το 38.8% παρουσίασε σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή νόσηση από COVID-19. Συγκριτικά, σε μία ομάδα ελέγχου που είχε αρνητικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2, το 33% νοσηλεύτηκε, το 6.2% κατέληξε και το 17% παρουσίασε σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή νόσηση.

Η κυτταροτοξική χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία μέσα σε 35 ημέρες από τη διάγνωση του COVID-19 δεν συνδέθηκε με σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή νόσηση από COVID-19, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες κατά τη δημοσίευση της έρευνάς τους στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Clinical Oncology.

Αντιθέτως, η διάγνωση αιματολογικής κακοήθειας και ο καρκίνος του πνεύμονα συνδέθηκαν με 90% και 100% αυξημένο κίνδυνο σοβαρής ή απειλητικής για τη ζωή νόσησης από COVID-19, αντίστοιχα.

Η λεμφοπενία κατά τη διάγνωση του COVID-19 συνδέθηκε με 2.1 φορές αυξημένο κίνδυνο, ενώ η ουδετεροπενία με 4.2 φορές αυξημένο κίνδυνο.

Στους ασθενείς που νόσησαν σοβαρά παό COVID-19 διαπιστώθηκε αυξημένος αριθμός ουδετεροφίλων, ιντερλευκίνης-6, γαλακτικής δεϋδρογονάσης, D-dimer, ασπαρτικών τρανσαμινασών, τροπονίνης Ι και προκαλσιτονίνης, κατά τη διάγνωση του COVID-19.

Πάνω από το 50% των ασθενών με ιστορικό θρομβοεμβολισμού (55.6%) παρουσίασαν σοβαρή νόσηση από COVID-19.

«Καθώς η πανδημία συνεχίζεται, συνεχίζουμε να μαθαίνουμε όλο και περισσότερα για τον COVID-19 και τον τρόπο που μπορεί να προκαλέσει ισχυρές φλεγμονώδεις ή θρομβωτικές διαταρχές στους ασθενείς αυτούς, κάτι αντίστοιχο με αυτό που παρατηρούμε στους μεταστατικούς καρκίνους», είπε η Pessin. «Κατά συνέπεια, οι δείκτες φλεγμονής ή θρόμβωσης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή στους καρκινοπαθείς κατά την εκτίμηση της νόσησης από COVID-19».

Ο Dr Lennard Lee, από το Πανεπιστήμιο του Birmingham, ο οποίος ανέφερε προσφάτως τα ποσοστά θνησιμότητα των ασθενών που κάνουν χημειοθεραπεία ή άλλη θεραπεία για τον καρκίνο, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας τόνισε: «Μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι αν ένας καρκινοπαθής που κάνει χημιοθεραπεία, μολυνθεί με COVID-19 διατρέχει υψηλό κίνδυνο θανάτου. Αρκετοί ογκολόγοι είχαν επιφυλάξεις αναφορικά με τη χορήγηση χημειοθεραπείας κατά τη διάρκεια της πανδημίας με το φόβο ότι ο ασθενής μπορεί να έχει χειρότερη πορεία εξ’ αιτίας της θεραπείας. Μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις της παρούσας έρευνας ήταν ότι η χημειοθεραπεία δεν αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τη θνησιμότητα από COVID-19».

«Αυτό σημαίνει ότι αν ένας ασθενής χρειάζεται χημειοθεραπεία, εφόσον τηρηθούν τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της μόλυνσης με SARS-CoV-2, δεν θα πρέπει να αναβάλλει τη χημειοθεραπεία», πρόσθεσε.

«Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι αρκετά καθησυχαστικά, καθώς δείχνουν ότι η πλειοψηφία των καρκινοπαθών που νοσούν από COVID-19, δεν καταλήγει», είπε ο Lee. «Η θνησιμότητα στην ομάδα αυτή είναι μάλιστα περίπου 10%. Στους καρκινοπαθείς μπορεί επίσης να χορηγηθεί επιθετική θεραπεία για την αντιμετώπιση του SARS-CoV-2».

«Ο φόβος για τον COVID-19 δεν πρέπει να καθυστερήσει τις χημειοθεραπείες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο καρκίνος δεν θα σταματήσει επειδή έχουμε πανδημία», κατέληξε.

Ο Dr Rohit Gosain από το Roswell Park Comprehensive Cancer Center στη Νέα Υόρκη, σχολίασε: «Γνωρίζουμε ότι οι καρκινοπαθείς αποτελούν έναν ιδιαίτερο πληθυσμό ασθενών. Είναι συνήθως ηλικιωμένοι και παίρνουν ανοσοκατασταλτικά, με αποτέλεσμα ο καρκίνος να καθιστά δυσκολότερη τη θεραπεία τους. Επομένως, αναφορικά με την αγωγή τους δεν αλλάζει κάτι. Ωστόσο, οι καρκινοπαθείς είναι σημαντικό να αποφεύγουν τους συνωστισμούς, να πλένουν τα χέρια τους και να φορούν μάσκα συνέχεια».

«Η παρούσα μελέτη εξέτασε μόλις 18 ασθενείς που κάνουν ανοσοθεραπεία. Η ανοσοθεραπεία σήμερα χρησιμοποιείται σε αρκετές μορφές καρκίνου, επομένως οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάσουν μεγαλύτερα δείγματα προκειμένου να διαπιστώσουν τις επιδράσεις της στην πορεία του COVID-19», κατέληξε.

Βιβλιογραφία: Medscape