Η πανδημία του COVID-19 συνεχίζει να εξαπλώνεται και πλέον έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την καθημερινότητα των περισσοτέρων από εμάς. Στις 30 Μαρτίου, τα περιστατικά ξεπέρασαν τις 700.000 παγκοσμίως. Καθώς σήμερα δεν υπάρχει εμβόλιο ή γνωστό φάρμακο, η παραμονή στο σπίτι και ο περιορισμός της κυκλοφορίας αποτελούν τα μοναδικά μέτρα για την επιβράδυνση της πανδημίας. Ο μεγαλύτερος φόβος, ωστόσο, για τις περισσότερες χώρες είναι η ανεπάρκεια του συστήματος υγείας να αντεπεξέλθει στην παρούσα κατάσταση. Η αυξημένη ανάγκη για διαγνωστικές εξετάσεις, η ανεπάρκεια του προστατευτικού εξοπλισμού για τους εργαζόμενους στα νοσοκομεία αλλά και η πιθανή αδυναμία των νοσοκομείων να νοσηλεύσουν όλα τα κρούσματα έχει δημιουργήσει ανησυχία και φόβο.

Μία ομάδα ασθενών που πλήττονται ιδιαίτερα από την πανδημία είναι οι καρκινοπαθείς. Καθώς ο αριθμός των περιστατικών καρκίνου αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, η διαπίστωση ότι οι καρκινοπαθείς παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά θανάτου από τον COVID-19 δημιουργεί έντονη ανησυχία. Εν μέσω της πανδημίας, επομένως, οι γιατροί καλούνται να:

  1. Αποφασίσουν αν πρέπει να καθυστερήσουν τη διάγνωση και θεραπεία των καρκινοπαθών υπό το φόβο μίας πιθανής έκθεσης στον COVID-19
  2. Περιορίσουν μία πιθανή διακοπή ή διαταραχή του προγράμματος των θεραπειών ως αποτέλεσμα της παραμονής στο σπίτι
  3. Διαχειριστούν τα φάρμακα και τους πόρους υγείας εν μέσω της πανδημίας

Καθυστέρηση της Θεραπείας και Κίνδυνος Έκθεσης στον COVID-19

Είναι γνωστό σήμερα ότι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο από τον COVID-19 είναι οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με συννοσηρότητες. Οι ασθενείς με ιστορικό καρκίνου φαίνεται ότι διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο από τον ιό. Σε πρώιμες μελέτες από την Κίνα, οι ασθενείς που καρκίνο που νόσησαν από COVID-19 είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο θανάτου ή ανάγκης για διασωλήνωση (356%) σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι ο γιατρός πρέπει να εκτιμήσει αν τα οφέλη της χορήγησης μίας θεραπείας για τον καρκίνο σε κάποιο νοσοκομείο, υπερβαίνουν τους κινδύνους μίας πιθανής έκθεσης στον SARS-CoV-2, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας, όπου τα δεδομένα για τη μετάδοση του ιού είναι πολύ περιορισμένα.

Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να εκτιμηθεί είναι η αυξημένη ευαισθησία των ασθενών σε επιπλοκές από τον COVID-19 μετά από ένα ογκολογικό χειρουργείο. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται συνοπτικά η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθήσει ο γιατρός με βάση τα μέχρι σήμερα διαθέσιμα δεδομένα. Αρκετοί συμπαγείς όγκοι (όπως ο καρκίνος του πνεύμονα και ο καρκίνος του παγκρέατος), καθώς και ορισμένοι καρκίνοι του αίματος (όπως η οξεία λευχαιμία) χρειάζονται άμεση διάγνωση και θεραπεία. Ωστόσο, άλλοι συχνοί καρκίνου πρωίμου σταδίου (του μαστού, το προστάτου, του τραχήλου και το μελάνωμα) δεν είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστούν άμεσα. Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι από τα διαθέσιμα δεδομένα δεν είναι δυνατό να καταλήξουμε σε οδηγίες για όλους τους ασθενείς και η αποφάσεις στη θεραπεία και διάγνωση πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε σε εξατομικευμένη βάση. Ο ογκολόγος είναι αυτός που θα κρίνει ποιοι ασθενείς πρέπει να λάβουν άμεσα θεραπεία και σε ποιους μπορεί να καθυστερήσει η τελευταία.

Πηγή: Annals of Internal Medicine

Κοινωνική Απομόνωση και οι Επιδράσεις της στη Θεραπεία

Η παραμονή στο σπίτι και ο περιορισμός των μετακινήσεων έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές μέθοδοι στον περιορισμό της εξάπλωσης επιδημιών στο παρελθόν και, απ’ ότι φαίνεται, το ίδιο ισχύει και για τον COVID-19. Η προσέγγιση αυτή έχει ως στόχο να ελαχιστοποιήσει την επιβάρυνση του συστήματος υγείας με αποτέλεσμα το τελευταίο να μην κατακλυστεί από περιστατικά.

Κάθε ασθενής που μεταβαίνει στο νοσοκομείο για την ογκολογική θεραπεία του, παρεμβαίνει στο παραπάνω σύστημα και διαταράσσει την παραπάνω προσέγγιση με αποτέλεσμα να προκαλούνται αλυσιδωτές αντιδράσεις. Οι επισκέψεις στα νοσοκομεία, οι νοσηλείες, οι ακτινοθεραπείες, οι εργαστηριακές εξετάσεις και οι ακτινογραφίες, στις οποίες ο ασθενής συνήθως συνοδεύεται από κάποιο συγγενή ή φίλο, συμβάλλουν σε μία σημαντική αύξηση των κοινωνικών επαφών προσφέροντας αρκετές περιστάσεις όπου μπορεί να μεταδοθεί ο ιός.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που δεν πρέπει να αγνοείται είναι οι κλινικές δοκιμές, οι οποίες αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ογκολογίας και της θεραπείας του καρκίνου γενικότερα. Αρκετοί ασθενείς με προχωρημένες μορφές καρκίνου αποφασίζουν να λάβουν μέρος σε έρευνες για νέα φάρμακα, οι οποίες οδηγούν συνήθως σε περισσότερες επισκέψεις στον γιατρό, αυξάνοντας τον κίνδυνο λοίμωξης.

Η εξερεύνηση νέων μεθόδων για τη χορήγηση της θεραπείας με τη χρήση της τεχνολογίας αποτελεί προτεραιότητα στον τομέα της ογκολογίας σήμερα. Είναι απαραίτητο να αναζητήσουμε μεθόδους παροχής των υπηρεσιών υγείας στους ογκολογικούς ασθενείς χωρίς να επηρεάζεται σημαντικά το σύστημα υγείας που καλείται να αντιμετωπίσει την παρούσα πανδημία. Σε ορισμένες χώρες του εξωτερικού έχουν αρίσει ήδη να γίνονται προσπάθειες για τη χορήγηση της θεραπείας των ασθενών στο σπίτι και αυτό αναμένεται να εδραιωθεί στο μέλλον.

Διαχείριση Φαρμάκων και Πόρων Υγείας

Η ογκολογία συγκεντρώνει ένα μεγάλο, αν όχι το μεγαλύτερο, κομμάτι των πόρων του συστήματος υγείας. Στην πανδημία του COVID-19, αρκετές από τις κλίνες της ΜΕΘ, το προσωπικό, τα φάρμακα, αλλά και αρκετά ιατρικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται τυπικά στη διάγνωση και θεραπεία των ογκολογικών ασθενών, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία των ασθενών με COVID-19. Καθώς τα περιστατικά του COVID-19 αυξάνονται, είναι πολύ πιθανό ότι όσο γιατροί όσο και ασθενείς θα κληθούν να λάβουν δύσκολες αποφάσεις καθώς οι πόροι υγείας είναι πεπερασμένοι. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να ενημερωθούν κατάλληλα τόσο οι επαγγελματίες υγείας όσο και οι ασθενείς προκειμένου να αποφασιστεί ποιες διαγνωστικές εξετάσεις ή θεραπείες μπορούν να καθυστερήσουν, για να προληφθεί η επιβάρυνση του συστήματος υγείας.

Τελικά, παρατηρούμε ότι καθώς ο COVID-19 μπορεί να επηρεάσει τις διαθέσιμες υπηρεσίες υγείας για τους καρκινοπαθείς, οι γιατροί και οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν δύσκολες αποφάσεις. Τα σημαντικότερα όπλα για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης είναι η υπομονή, η επικοινωνία και η αποφασιστικότητα. Είναι σημαντικό να σταθμιστούν προσεκτικά οι κίνδυνοι και τα οφέλη από κάθε παρέμβαση και οι πόροι υγείας και χρησιμοποιούνται με σύνεση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι οδηγίες και τα μέτρα που χρησιμοποιούμε σήμερα θα μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε ευκολότερα μία μελλοντική επιδημία ή αντίστοιχη κρίση.

Βιβλιογραφία: Annals of Internal Medicine