Σε μία έρευνα παρατήρησης από το Wuhan της Κίνας, οι επιστήμονες παρατήρησαν καρδιακές βλάβες στο 19.7% των ασθενών με επιβεβαιωμένο COVID-19. Όπως διαπίστωσαν, οι καρδιακές βλάβες αποτελούν επίσης ανεξάρτητο προγνωστικό παράγοντα για τη θνησιμότητα στους ασθενείς που νοσηλεύονται ως αποτέλεσμα λοίμωξης από τον ιό.

Η θνησιμότητα στους ασθενείς με καρδιακές βλάβες ήταν σχεδόν 51.2% ενώ στους ασθενείς χωρίς τις βλάβες αυτές ήταν μόλις 4.5%.

Οι επιστήμονες παρατήρησαν μάλιστα ότι οι ασθενείς με καρδιακές βλάβες είχαν σχεδόν τετραπλάσιο κίνδυνο θανάτου από την εμφάνιση των συμπτωμάτων συγκριτικά με τους υπόλοιπους ασθενείς.

Ως καρδιακές βλάβες ορίστηκαν τα επίπεδα της τροπονίνης υψηλής ευαισθησίας Ι (high-sensitivity troponin I ή hs-TnI) πάνω από το 99% του υψηλοτέρου ορίου αναφοράς, ανεξαρτήτως νέων ανωμαλιών στο ηλεκτροκαρδιογράφημα και το ηχοκαρδιογράφημα.

Η μέση hs-TnI ήταν 0.19 μg/L στους ασθενείς με καρδιακές βλάβες και λιγότερο από 0.006 στους υπολοίπους.

Ο Shaobo Shi, MD, και οι συνεργάτες του από το Renmin Hospital of Wuhan University στην Κίνα, δημοσίευσαν τις παρατηρήσεις τους στις 25 Μαρτίου στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Cardiology.

«Από την εκτίμηση των επιπέδων της hs-TnI και τα ευρήματα του ηλεκτροκαρδιογραφήματος μπορούμε μόνο να εκτιμήσουμε τη σοβαρότητα των καρδιακών βλαβών. Επομένως, θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες που θα εξετάσουν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια αν ο ιός SARS-CoV-2 προκαλεί άμεσα βλάβες στην καρδιά», είπε ο Shi.

Η έρευνα εξέτασε 416 ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί στο Renmin Hospital από τις 20 Ιανουαρίου μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου και είχαν επιβεβαιωμένη λοίμωξη από COVID-19.

«Αν επιβεβαιωθούν τα παραπάνω ευρήματα, τότε θα πρέπει να εξετάζουμε προληπτικά τους ασθενείς με COVID-19 για βλάβες του μυοκαρδίου. Η έγκαιρη ανίχνευση των βλαβών θα μας βοηθήσει να σώσουμε περισσότερες ζωές», είπε ο Ron Waksman, MD.

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε, πάντως, ότι η έρευνα διεξήχθη σε ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 και επομένως μπορεί να μην αφορά όλους τους ασθενείς με θετικές εξετάσεις για τον ιό. Επιπλέον, οι ασθενείς με βλάβες του μυοκαρδίου είχαν ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων, επομένως οι βλάβες αυτές μπορεί να ήταν μη ειδικές, αλλά συνέπεια των αλλαγών που προκαλεί ο ιός στο σύνολο του οργανισμού», πρόσθεσε.

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Mohammad Madjid, MD, από το UTHealth στο Χιούστον, είπε: «Η έρευνα αυτή προσφέρει σημαντικά δεδομένα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα ποιοι καταλήγουν από τον COVID-19 και, όπως φαίνεται, οι καρδιακές βλάβες αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου».

Ο Madjid ήταν επικεφαλής της ανακοίνωσης του ACC σχετικά με τις καρδιαγγειακές επιπλοκές του COVID-19 και έχει μελετήσει τις επιδράσεις της γρίπης για την καρδιακή υγεία για περισσότερο από 20 χρόνια.

«Φαίνεται ότι τόσο οι καρδιαγγειακές όσο και οι πνευμονικές βλάβες ενοχοποιούνται για το θάνατο των ασθενών αυτών», πρόσθεσε.

Στις αρχές του Φεβρουαρίου, μία έρευνα από τους Wang et al, διαπίστωσε ότι από 138 ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί για COVID-19 στο Wuhan, το 7.2% παρουσίασε καρδιακές βλάβες, ενώ το 16.7% εκδήλωσε αρρυθμία. Μία προηγούμενη έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο είχε διαπιστώσει ότι το 14% των ασθενών είχαν καρδιακές βλάβες.

Οι Λεπτομέρειες της Παρούσας Έρευνας

Η μέση ηλικία στο δείγμα που εξέτασε η παρούσα μελέτη ήταν τα 64 (21-95 ετών), ενώ το 50.7% των ασθενών ήταν γυναίκες. Το συχνότερο σύμπτωμα στους ασθενείς ήταν ο πυρετός (80.3%), ενώ το 34.6% παρουσίασε βήχα και το 28.1% δύσπνοια.

Από το συνολικό δείγμα, οι 82 ασθενείς (19.7%) που παρουσίασαν καρδιακές βλάβες είχαν μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους υπολοίπους (μέση ηλικία 74 έναντι 60), καθώς και περισσότερες συννοσηρότητες, όπως η υπέρταση ή η στεφανιαία νόσος.

Τα επίπεδα των λευκοκυττάρων και της CRP ήταν επίσης σημαντικά αυξημένα στους ασθενείς που είχαν καρδιακές βλάβες.

18 από τους 82 ασθενείς με καρδιακές βλάβες χρειάστηκαν μηχανισμό αερισμό (22%), ενώ το ίδιο ποσοστό στους ασθενείς χωρίς καρδιακές βλάβες ήταν μόλις 4.2% (14 στους 334).

Τέλος, η συχνότητα του συνδρόμου οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας ήταν 58.5% και 14.7%, αντίστοιχα.

Βιβλιογραφία: Medscape