Ο Dr Anthony Fauci, MD, στα μέσα Ιανουαρίου θέλησε να διορθώσει μία λανθασμένη άποψη την οποία είχε διατυπώσει στις αρχές Δεκεμβρίου σχετικά με τα εμβόλια της COVID-19. Τότε, ο διευθυντής του National Institute of Allergy and Infectious Diseases των ΗΠΑ είχε υποστηρίξει ότι οι ασθενείς που πάσχουν από σύνδρομο Guillain-Barre (GBS) πρέπει να μην κάνουν το εμβόλιο καθώς το τελευταίο μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου.

Λίγες ημέρες μετά τη δήλωση αυτή και συγκεκριμένα στις 21 Δεκεμβρίου, 13 ειδικοί στην αντιμετώπιση του παραπάνω συνδρόμου σε μία ανοικτή επιστολή υποστήριξαν ότι κανένα περιστατικό GBS δεν εμφανίστηκε στις κλινικές δοκιμές των δύο εμβολίων, καμία έρευνα δεν έχει αναδείξει αυτή την πιθανότητα, ενώ σύμφωνα με τις οδηγίες του CDC και του FDA το εμβόλιο μπορεί να χορηγείται κανονικά στους ασθενείς με το σύνδρομο.

Ο Fauci υποστήριξε ότι η δήλωσή του έγινε πριν τη δημοσίευση των οδηγιών του CDC σχετικά με το εμβόλιο. Όταν δημοσιεύτηκαν επίσημες οδηγίες, ο Fauci συνέστησε σε όλους τους ασθενείς να κάνουν κανονικά το εμβόλιο, παραδεχόμενος το σφάλμα του.

Αρκετοί νευρολόγοι, μεταξύ των οποίων και ορισμένοι συγγραφείς της παραπάνω επιστολής, τόνισαν ότι υπάρχουν αρκετές λανθασμένες αντιλήψεις σχετικά με τις νευρολογικές επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει το εμβόλιο. Ως αποτέλεσμα, δεν είναι λίγοι οι ασθενείς που εξέφρασαν ανησυχίες και απέφυγαν να εμβολιαστούν. «Αρκετοί ασθενείς μου φοβούνται να κάνουν το εμβόλιο», είπε ο Richard A. Lewis, MD, FAAN, καθηγητής νευρολογίας στο Cedars Sinai Medical Center. «Προσωπικά έχω ανησυχήσει από τον μεγάλο αριθμό ασθενών που δεν κάνουν το εμβόλιο, ενώ έχουν πρόσβαση σε αυτό. Η άποψή μου είναι ότι θα πρέπει να κάνουμε άμεσα το εμβόλιο όταν έρθει η σειρά μας να εμβολιαστούμε».

Τόσο ο Lewis όσο και αρκετοί άλλοι νευρολόγοι αναγνώρισαν ότι έχει περάσει πολύ λίγος χρόνος από την έναρξη της μαζικής χορήγησης των εμβολίων προκειμένου να γνωρίζουμε αν υπάρχει χαμηλός κίνδυνος νευρολογικών επιπλοκών και θα χρειαστεί να γίνουν προσεκτικές στατιστικές αναλύσεις. Ωστόσο, ακόμα κι αν τελικά αποδειχθεί ότι υπάρχει χαμηλός κίνδυνος για τους ασθενείς με GBS ή άλλες νευρολογικές παθήσεις όπως η χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυνευροπάθεια (CIDP), οι κίνδυνοι από το εμβόλιο είναι πολύ λιγότεροι σε σχέση με τους κινδύνους μίας σοβαρής νόσησης από τον ιό σε αυτούς τους ασθενείς.

Τα Δεδομένα

Οι ανησυχίες σχετικά με τους κινδύνους για τους ασθενείς με GBS μετά τη χορήγηση των εμβολίων χρονολογούνται από το 1976, όταν διαπιστώθηκε ότι «υπάρχει χαμηλός κίνδυνος επιδείνωσης του GBS μετά τη χορήγηση του εμβολίου για τη γρίπη των χοίρων». Μία ανάλυση του National Academy of Medicine διαπίστωσε ότι ο κίνδυνος εμφάνισης του συνδρόμου είναι 1 περιστατικό GBS ανά 100.000 ασθενείς που έλαβαν το εμβόλιο της γρίπης.

Έκτοτε, σύμφωνα με δεδομένα που δημοσιεύτηκαν προσφάτως στο Journal of Infectious Diseases, ο κίνδυνος εμφάνισης GBS μετά το εμβόλιο της γρίπης κυμαίνεται στο 1-2 περιστατικά ανά 1.000.000 εμβολιασμούς. Ωστόσο, γνωρίζουμε σήμερα ότι η πιθανότητα εμφάνισης του συνδρόμου μετά τη λοίμωξη με γρίπη είναι υψηλότερη συγκριτικά με την πιθανότητα εμφάνισης μετά τον εμβολιασμό.

Στις 25 Ιουνίου 2020, το New England Journal of Medicine δημοσίευσε μία επιστολή από γιατρούς της Ιταλίας οι οποίοι αναφέρθηκαν σε 5 περιστατικά GBS τα οποία εμφανίστηκαν σε ασθενείς μετά τη νόσηση από COVID-19. Οι ασθενείς αυτοί είχαν νοσηλευτεί σε 3 νοσοκομεία της Βόρειας Ιταλίας στο διάστημα 28 Φεβρουαρίου μέχρι 21 Μαρτίου. Την περίοδο αυτή εκτιμάται ότι νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία αυτά περίπου 1.000-1.200 ασθενείς με COVID-19.

Στις 14 Δεκεμβρίου, το επιστημονικό περιοδικό Brain δημοσίευσε μία επιδημιολογική μελέτη που διαπίστωσε ότι η συχνότητα του συνδρόμου GBS στη Μεγάλη Βρετανία μειώθηκε κατά το 1ο κύμα της COVID-19 κατά περίπου 50% συγκριτικά με την ίδια περίοδο των 4 προηγουμένων ετών.

Ο συγγραφέας της έρευνας αυτής, ο οποίος συνυπογράφει την επιστολή στον Dr Fauci, τόνισε ότι ο ετήσιος επιπολασμός του GBS είναι περίπου 2 ανά 100.000 άτομα. «Τον Οκτώβριο, το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο του 2020 είχαμε περίπου 60.000 περιστατικά COVID-19 την ημέρα στη Μεγάλη Βρετανία», όπως υποστήριξε ο Michael Lunn, FRCP, PhD, καθηγητής κλινικής νευρολογίας στο National Hospital for Neurology and Neurosurgery του Λονδίνου.

«Τα δεδομένα των τελευταίων 6 μηνών έχουν δείξει ότι τα περιστατικά του GBS έχουν παραμείνει σταθερά, γεγονός που δείχνει ότι δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο GBS και την COVID-19».

Η ίδια μελέτη εξέτασε επίσης τις γενετικές και πρωτεϊνικές δομές του SARS-CoV-2 με σκοπό να διαπιστώσει αν ο ιός έχει την ικανότητα να προκαλέσει ανοσιακή απόκριση που θα οδηγήσει σε εμφάνιση GBS.

«Η ανάλυσή μας έδειξε ότι ο SARS-CoV-2 δεν περιέχει ανοσογονικό υλικό το οποίο μπορεί να προκαλέσει GBS», σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας, Stephen Keddie, MD, νευρολόγο στο τμήμα νευρομυϊκών νόσων του University College London. «Κατά συνέπεια, οι ανησυχίες ότι ο εμβολισμός για την COVID-19 μπορεί να προκαλέσει GBS είναι εντελώς αβάσιμες».

«Όταν εμβολιάσουμε δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως, είναι προφανές ότι κάποιοι από αυτούς τους ασθενείς θα παρουσιάσουν GBS. Η εμφάνισης της νόσου στους ασθενείς αυτούς αποδίδεται στο εμβόλιο», πρόσθεσε ο Dr Lunn.

Στις οδηγίες που έχει δημοσιεύσει σχετικά με τη χορήγηση του εμβολίου για την SARS-CoV-2 σε ασθενείς με χρόνια νοσήματα, μεταξύ των οποίων και η πολλαπλή σκλήρυνση (MS), το CDC υποστήριξε ότι οι ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα μπορούν να κάνουν τα mRNA εμβόλια. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή τα δεδομένα για τη χορήγηση του εμβολίου ειδικά σε αυτό τον πληθυσμό είναι περιορισμένα.

Αναφορικά με τον κίνδυνο παράλυσης του Bell, το FDA συζήτησε στις 10 Δεκεμβρίου σχετικά με 4 περιστατικά της νόσου που εμφανίστηκαν στην κλινική δοκιμή του εμβολίου της Pfizer. Τα περιστατικά αυτά ήταν στο σύνολό τους στην ομάδα που έλαβε το εμβόλιο. «Η συχνότητα εμφάνισης της επιπλοκής αυτής ταυτίζεται με τη συχνότητά της στο γενικό πληθυσμό», γράφει η ανακοίνωση του FDA. «Επομένως, δεν μπορεί να αποδειχθεί σχέση αιτίας-αποτελέσματος, ωστόσο θα πρέπει να συνεχίσουμε τα παρακολουθούμε τη συχνότητα της επιπλοκής αυτής μετά την έναρξη της ευρείας χορήγησης των εμβολίων».

Αναφορικά με τον κίνδυνο GBS, σύμφωνα με την Katherine Grusich από το CDC, «μέχρι και τις 8 Ιανουαρίου δεν έχει εμφανιστεί κανένα περιστατικό GBS στις κλινικές δοκιμές των εμβολίων που έχουν υποβληθεί προς έγκριση. Υπήρχε μόνο ένα περιστατικό που αναφέρθηκε στο σύστημα Vaccine Adverse Event Reporting System μετά την έναρξη του μαζικού εμβολιασμού. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου κανένα περιστατικό παράλυσης του Bell δεν έχει αναφερθεί στο ίδιο σύστημα. Τόσο το CDC όσο και το FDA αξιολογούν συνεχώς τα νέα δεδομένα με σκοπό να ανιχνεύσουν άμεσα πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες και να εξετάσουν αν συνδέονται με το εμβόλιο».

«Η ασφάλεια των εμβολίων που διατίθενται στο κοινό αποτελεί προτεραιότητα, επομένως αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε σοβαρή νευρολογική επιπλοκή από τα εμβόλια της COVID-19, οι οδηγίες σχετικά με τη χορήγηση του εμβολίου θα επανεξεταστούν», πρόσθεσε.

Αυτό είναι κάτι που έχει γίνει στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, οι κλινικές δοκιμές του εμβολίου της Οξφόρδης είχαν διακοπεί προσωρινά μετά την εμφάνιση ενός περιστατικού εγκάρσιας μυελίτιδας. Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet στις 9 Ιανουαρίου υποστήριξε ότι εμφανίστηκε 1 περιστατικό 14 ημέρες μετά τη χορήγηση της 2ης δόσης, καθώς και 2 περιστατικά αργότερα τα οποία «δεν συνδέονται με το εμβόλιο».

Το 1 από τα παραπάνω περιστατικά αποδόθηκε σε προϋπάρχουσα πολλαπλή σκλήρυνση, ενώ το άλλο εμφανίστηκε στην ομάδα ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση «οι ασθενείς ανάρρωσαν από την επιπλοκή αυτή», όπως αναφέρει η έρευνα.

1 ακόμα περιστατικό εγκάρσιας μυελίτιδας εμφανίστηκε στο Περού σε έναν ασθενή που συμμετείχε στις κλινικές δοκιμές του εμβολίου της Κινεζικής εταιρίας Sinopharm. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε προσωρινή διακοπή της κλινικής δοκιμής στις 14 Δεκεμβρίου, ωστόσο η τελευταία συνεχίστηκε 2 ημέρες αργότερα.

Πολύ Νωρίς για να Γνωρίζουμε;

Ο Peter D. Donofrio, MD, FAAN, καθηγητής νευρολογίας στην ιατρική σχολή του Vanderbilt University, τόνισε ότι παρά τα καθησυχαστικά δεδομένα, έχει περάσει πολύ λίγος χρόνος για να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιες είναι οι ανεπιθύμητες ενέργειες των εμβολίων.

«Έχουν περάσει μόλις λίγες εβδομάδες από την έναρξη της μαζικής χορήγησης», είπε ο Dr Donofrio, επικεφαλής του GBS/CIDP Foundation και συνυπογράφων της επιστολής στον Dr Fauci. «Αυτή τη στιγμή είναι προφανώς αδύνατο να προσδιορίσουμε επακριβώς τον κίνδυνο νευρολογικών επιπλοκών».

«Η διαίσθηση μου είναι ότι οι ασθενείς που θα παρουσιάσουν νευρολογικές επιπλοκές θα βιαστούν να τις αποδώσουν στα εμβόλια  και όχι σε άλλους παράγοντες. Αρκετοί άνθρωποι είναι αρνητικά προκατειλημμένοι ενάντια στα εμβόλια».

Αν και ο κίνδυνος επιπλοκών από τα εμβόλια φαίνεται ότι είναι χαμηλός προς το παρόν, ο Dr Lewis υποστήριξε ότι οι ασθενείς που παίρνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα για την αντιμετώπιση της CIDP, της πολλαπλής σκλήρυνσης ή της μυασθένειας Gravis μπορεί να παρατηρήσουν μειωμένη ανοσιακή απόκριση στο εμβόλιο.

«Προφανώς αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να κάνουν το εμβόλιο», πρόσθεσε ο Dr Lewis. «Ωστόσο, ίσως το εμβόλιο έχει λίγο χαμηλότερη αποτελεσματικότητα σε αυτούς εξ’ αιτίας των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων».

Αν και ακόμα δεν έχει παρατηρηθεί κάποια ένδειξη αυξημένου κινδύνου παράλυσης του Bell στις κλινικές δοκιμές των εμβολίων της COVID-19, μία έρευνα που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο του AAN το 2018, έδειξε ότι ορισμένα εμβόλια μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο της συγκεκριμένης επιπλοκής.

Εξετάζοντας τα δεδομένα του VAERS, η έρευνα αυτή διαπίστωσε ότι το 24% των 445 περιστατικών παράλυσης του Bell που εμφανίστηκαν μετά τη χορήγηση εμβολίων στο διάστημα 1990-2010, καταγράφηκαν την εποχή της γρίπης του 2009-2010. Στο διάστημα αυτό, η ανησυχία για τη γρίπη των χοίρων Η1Ν1 είχε οδηγήσει σε αύξηση των εμβολιασμών. Η ίδια έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι τα περισσότερα περιστατικά παράλυσης του Bell στο ίδιο διάστημα αναφέρθηκαν τον Οκτώβριο, το μήνα δηλαδή που γίνονται συνήθως οι εμβολιασμοί για τη γρίπη.

Η κύρια συγγραφέας της παραπάνω μελέτης, Erin M. Feinstein, DO, αναπληρώτρια καθηγήτρια νευρολογίας στο Rutgers Health NJ Medical School, υποστήριξε ότι εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί ο συνολικός αριθμός των εμβολίων που χορηγήθηκαν στις ΗΠΑ.

«Παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση των περιστατικών παράλυσης του Bell ταυτόχρονα με την αύξηση των εμβολιασμών για τον Η1Ν1», είπε η επιστήμονας. «Αυτό σημαίνει ότι τα εμβόλια μπορεί να προκαλέσουν παράλυση του Bell; Προς το παρόν δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε».

Παρά την έλλειψη δεδομένων για τα εμβόλια της COVID-19, η Dr Feinstein δήλωσε, «Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν νευρολογικές επιπλοκές στους ασθενείς που νοσούν από COVID-19. Έχει διαπιστωθεί τόσο αυξημένος κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου όσο και αυξημένος κίνδυνος απώλειας μνήμης. Οι κίνδυνοι ενός εμβολίου θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζονται με τους κινδύνους από μία πιθανή λοίμωξη με τον ιό».

Η Maria A. Nagel, MD, καθηγήτρια νευρολογίας και οφθαλμολογίας στο University of Colorado School of Medicine, υποστήριξε ότι ακόμα και οι ασθενείς που εμφάνισαν παράλυση του Bell μετά το εμβόλιο για τον HSV-1 ή τον έρπητα ζωστήρα, θα πρέπει να κάνουν το εμβόλιο της COVID-19.

«Προς το παρόν δεν υπάρχει στατιστικώς σημαντική σύνδεση ανάμεσα στα εμβόλια της COVID-19 και την παράλυση του Bell», υποστήριξε. «Αν τελικά εμφανιστεί η παραπάνω επιπλοκή, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα».

«Προσωπικά παρακολουθώ ένα μικρό αριθμό ασθενών με υποτροπιάζοντα επεισόδια παράλυσης του Bell εξ’ αιτίας υποκειμένων νόσων ή/και δυσλειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος. Στους ασθενείς αυτούς συνιστώ να κάνουν το εμβόλιο καθώς ήδη παίρνουν προφυλακτικά βαλακυκλοβίρη. Επομένως, ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι η παράλυση του Bell αποτελεί ανεπιθύμητη ενέργεια των εμβολίων, οι ασθενείς θα είναι προστατευμένοι από τα αντιιικά που έπαιρναν όταν έγινε ο εμβολιασμός», πρόσθεσε η Nagel.

«Σε κάθε περίπτωση, ο γιατρός θα πρέπει να συζητά τους κινδύνους και τα οφέλη του εμβολιασμού με τους ασθενείς του», κατέληξε.