Η χορήγηση πλάσματος από ασθενείς που νόσησαν και ανάρρωσαν από COVID-19 δεν προσέφερε περισσότερα οφέλη συγκριτικά με την τυπική θεραπεία, όπως διαπίστωσε η πρώτη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη που εξέτασε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της παραπάνω προσέγγισης σε ενήλικες.

Η μελέτη, η οποία είχε τίτλο PLACID 2, δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό BMJ και εξέτασε συνολικά 464 ασθενείς με COVID-19 από 39 νοσοκομεία της Ινδίας. Στην έρευνα, οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η πρώτη ομάδα έλαβε 2 δόσεις πλάσματος με διαφορά 24 ωρών, ενώ η δεύτερη έλαβε την τυπική θεραπεία και αποτέλεσε την ομάδα ελέγχου.

Το πλάσμα που χρησιμοποιήθηκε στην έρευνα είχε ληφθεί από εθελοντές που νόσησαν και ανάρρωσαν από COVID-19. Οι ερευνητές χορήγησαν το παραπάνω πλάσμα στους ασθενείς με την ελπίδα ότι τα εξουδετερωτικά αντισώματα που περιέχει θα βοηθήσουν την ανάρρωση των ασθενών.

Παρόμοια Ποσοστά Θνησιμότητας

44 (19%) από τους 235 ασθενείς που έλαβαν πλάσμα παρουσίασαν επιδείνωση της νόσου ή κατέληξαν μέσα σε 28 ημέρες από την αρχή της έρευνας. Το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα ελέγχου ήταν 18% (41 από τους 229 ασθενείς).

34 από τους 228 ασθενείς (15%) που έλαβαν πλάσμα και 31 από τους 226 ασθενείς (14%) που έκαναν την τυπική θεραπεία τελικά κατέληξαν. Οι θάνατοι 3 ασθενών (1%), σύμφωνα με τους επιστήμονες, αποδίδονται πιθανώς στη θεραπεία με πλάσμα.

Για τους 224 από τους 235 ασθενείς που έλαβαν πλάσμα, οι επιστήμονες είχαν δεδομένα για τα επίπεδα των εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Οι 160 ασθενείς (71.4%) έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση πλάσματος με ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων. Η συγκέντρωση των αντισωμάτων στο πλάσμα δεν συνδέθηκε με διαφορά στα ποσοστά κλινικής επιδείνωσης ή θανάτου συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου.

Οι ασθενείς που έλαβαν πλάσμα είχαν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν υποχώρηση της δύσπνοιας και περιορισμό του αισθήματος κόπωσης μέσα σε 7 ημέρες από τη χορήγηση της θεραπείας, χωρίς ωστόσο να σημειωθεί μείωση στα επίπεδα των φλεγμονωδών δεικτών όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), τα D-dimers, η φερριτίνη και η γαλακτική δεϋδρογονάση.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της έρευνας, οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να εξετάσουν και τις συγκεντρώσεις των αντισωμάτων πριν τη χορήγηση της θεραπείας, προκειμένου να έχουμε μία καλύτερη εικόνα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του πλάσματος στην αντιμετώπιση του COVID-19. «Η θεραπεία με πλάσμα δεν συνδέθηκε με μειωμένο κίνδυνο επιδείνωσης της νόσου ή χαμηλότερα ποσοστά θνησιμότητας», έγραψαν οι επιστήμονες.

Κίνδυνος Θρόμβων

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, η Elizabeth Pathak, PhD, MSPH, από το Women’s Institute for Independent Social Enquiry του Μέριλαντ, υποστήριξε ότι αν και το πλάσμα μπορεί να ανακουφίσει από τη δύσπνοια και το αίσθημα κόπωσης ταχύτερα σε σχέση με την τυπική θεραπεία, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το γεγονός ότι το φαινόμενο placebo επηρέασε τα αποτελέσματα.

Αν και το ποσοστό των ασθενών που είχαν αρνητικές εξετάσεις για τον ιό την 7η ημέρα ήταν 20% υψηλότερο στην ομάδα που έλαβε πλάσμα, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά οφέλη από τη θεραπεία, σύμφωνα με την επιστήμονα. Μάλιστα, η θεραπεία με πλάσμα δεν είναι στείρα κινδύνων και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο θρομβώσεων, οι οποίες αποτελούν επιπλοκή του COVID-19.

Η Pathak τόνισε ότι ο παραπάνω κίνδυνος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σχεδιασμό των μελλοντικών κλινικών δοκιμών. Επιπλέον, στους ασθενείς θα πρέπει να χορηγείται μόνο πλάσμα με ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι όλοι λαμβάνουν τη βέλτιστη θεραπεία. Επιπλέον, οι μελλοντικές διπλά τυφλές μελέτες θα πρέπει να χρησιμοποιούν φυσιολογικό ορό στην ομάδα ελέγχου και όχι πλάσμα από υγιείς εθελοντές, καθώς η χορήγηση του τελευταίου ενέχει κινδύνους.

«Τέλος, καθώς ο αριθμός των εθελοντών που επιθυμούν να συμμετέχουν σε κλινικές δοκιμές είναι περιορισμένος, οι τελευταίοι θα πρέπει να κατευθύνονται προς υψηλής ποιότητας έρευνες που εξετάζουν νέες παρεμβάσεις. Οι οργανισμοί υγείας θα πρέπει να ενημερώνουν τους ασθενείς με COVID-19 σχετικά με τις διαθέσιμες έρευνες και να τους αφήνουν να επιλέξουν σε ποια από αυτές επιθυμούν να λάβουν μέρος», κατέληξε η Pathak.