Οι ιντερφερόνες, καθώς και οι υπόλοιπες κυτταροκίνες που παράγονται από το ανοσοποιητικό σύστημα αποτελούν σημαντικό κομμάτι της άμυνας του οργανισμού ενάντια στις ιογενείς λοιμώξεις. Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε προσφάτως σε ασθενείς με COVID-19, μπορεί να προκαλέσουν επίσης δυνητικά απειλητική για τη ζωή φλεγμονή στους πνεύμονες. Τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι ένα συγκεκριμένο είδος ιντερφερονών, γνωστές ως ιντερφερόνες τύπου ΙΙΙ ή ιντερφερόνες λ, μπορούν να αντιμετωπίσουν την ιογενή λοίμωξη, περιορίζοντας παράλληλα την παραπάνω επιβλαβή φλεγμονή. Η παρατήρηση αυτή οδήγησε σε αρκετές έρευνες και κλινικές δοκιμές οι οποίες θέλησαν να εξετάσουν τις ιντερφερόνες τύπου 3 ως θεραπεία για τον COVID-19.

Μία έρευνα από επιστήμονες στο Boston Children’s Hospital που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο επιστημονικό περιοδικό Science διαπίστωσε ότι οι ιντερφερόνες τύπου ΙΙΙ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο δυνητικά απειλητικών για τη ζωή βακτηριακών υπερλοιμώξεων (superinfections) στους πνεύμονες. Οι λοιμώξεις αυτές συχνά συνοδεύουν τόσο τη λοίμωξη από τη γρίπη όσο και τον COVID-19. Οι ερευνητές της παραπάνω μελέτης υποστήριξαν ότι η χορήγηση ιντερφερονών τύπου ΙΙΙ σε έναν ασθενή αργότερα στην πορεία της νόσου μπορεί να είναι επιβλαβής για τον ασθενή.

«Από τα δεδομένα της έρευνάς μας φαίνεται ότι ο SARS-CoV-2 αναστέλλει την παραγωγή ιντερφερονών στους ανώτερους αεραγωγούς, αποδυναμώνοντας την ανοσιακή απόκριση και επιτρέποντας έτσι στον ιό να επιβιώσει ευκολότερα», είπε ο επικεφαλής της έρευνας Ivan Zanoni, PhD, ένας ανοσολόγος από το Boston Children’s. «Ωστόσο, όταν ο ιός φτάσει στους κατώτερους αεραγωγούς, προκαλείται ενίσχυση της ανοσιακής απόκρισης και αυξημένη παραγωγή ιντερφερονών τύπου 3 η οποία πιστεύουμε ότι είναι επιβλαβής για τον ασθενή».

Η επιστημονική ομάδα εξέτασε δείγματα από ασθενείς που παρουσίαζαν σοβαρή νόσηση από COVID-19, τα οποία συνέκρινε με δείγματα από υγιείς εθελοντές. Τα επίπεδα των ιντερφερονών τύπου 3 δεν ήταν αυξημένα στα ρινοφαρυγγικά δείγματα, ωστόσο ήταν ιδιαίτερα υψηλά στο πνευμονικό υγρό.

Στο επόμενο κομμάτι της έρευνάς τους, οι επιστήμονες εξέτασαν πειραματόζωα, τα οποία και εξέθεσαν σε συνθετικό ιικό RNA με σκοπό να προκαλέσουν λοίμωξη αντίστοιχη με αυτή που προκαλεί ο SARS-CoV-2 στους κατώτερους αεραγωγούς. Τα επίπεδα των ιντερφερονών τύπου 3 αυξήθηκαν σημαντικά στους πνεύμονες των ποντικών. Η αυξημένη παραγωγή ιντερφερονών επηρεάσε μάλιστα τον προστατευτικό φραγμό της επιφανείας των πνευμόνων, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να καταστούν πιο ευάλωτοι σε επικίνδυνες βακτηριακές λοιμώξεις, όπως για παράδειγμα στον Staphylococcus aureus. Τα ποντίκια που μολύνθηκαν με τον ιό παρουσίασαν υψηλότερες ποσότητες βακτηρίων και αυξημένη θνησιμότητα σε σχέση με τα ποντίκια της ομάδας ελέγχου.

«Υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε, ωστόσο φαίνεται ότι η εντόπιση και η χρονική στιγμή που αυξάνεται η παραγωγή των ιντερφερονών τύπου ΙΙΙ έχει σημασία», είπε ο Zanoni. «Στην αρχή της λοίμωξης, όταν ο SARS-CoV-2 βρίσκεται ακόμα στους άνω αεραγωγούς, είναι σημαντικό να χορηγηθούν ανασυνδυασμένες ιντερφερόνες και άλλα αντιιικά φάρμακα. Ωστόσο, αργότερα, όταν η λοίμωξη έχει φτάσει στους κατώτερους αεραγωγούς, είναι σημαντικό να περιοριστεί η καταιγίδα κυτταροκινών που προκαλείται από τις ιντερφερόνες και άλλες φλεγμονώδεις κυτταροκίνες, με τη χορήγηση αντιφλεγμονωδών φαρμάκων», κατέληξε ο επιστήμονας.