Η ινφλιξιμάμπη, ένας ισχυρός βιολογικός παράγοντας που χρησιμοποιείται στην αντιμετώπιση των φλεγμονωδών νόσων του εντέρου, μπορεί να περιορίσει την ανοσιακή απόκριση στην COVID-19, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μίας νέας έρευνας που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Gut.

Η μειωμένη ανοσιακή απόκριση μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία των ασθενών σε επαναμολύνσεις, επάγοντας παράλληλα την εμφάνιση νέων στελεχών του ιού, όπως προειδοποίησαν οι επιστήμονες της έρευνας.

Επιπλέον, οι ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου που παίρνουν ινφλιξιμάμπη θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά μετά τον εμβολιασμό για την COVID-19, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι έχουν εκδηλώσει ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση.

Η ινφλιξιμάμπη ανήκει σε μία τάξη φαρμάκων που λέγονται αντι-TNF. Τα φάρμακα αυτά καταστέλλουν την παραγωγή φλεγμονωδών πρωτεϊνών που εμπλέκονται στην εμφάνιση αρκετών νόσων, όπως για παράδειγμα η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Crohn.

Σήμερα, σχεδόν 2 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως λαμβάνουν αντι-TNF, φάρμακα τα οποία γνωρίζουμε ότι μπορεί να επηρεάσουν την ανοσία που αναπτύσσεται από τα εμβόλια της πνευμονίας, της γρίπης και της ιογενούς ηπατίτιδας. Τα φάρμακα αυτά αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων του αναπνευστικού.

Ως αποτέλεσμα, οι ασθενείς που παίρνουν τα παραπάνω φάρμακα, αποτελούν ευπαθή ομάδα για την COVID-19 και θα πρέπει να λαμβάνουν επιπλέον μέτρα πρόληψης.

Με βάση όλα τα παραπάνω δεδομένα, οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης θέλησαν να εξετάσουν αν τα αντι-TNF επηρεάζουν την ανοσιακή απόκριση του οργανισμού στον SARS-CoV-2. Για τη μελέτη τους συνέκριναν την απόκριση αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 σε 2 ομάδες εθελοντών με φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, εκ των οποίων η μία έπαιρνε ινφλιξιμάμπη, ενώ η άλλη βεδολιζουμάμπη.

Η βεδολιζουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που χορηγείται περίπου στο ίδιο διάστημα με την ινφλιξιμάμπη, ωστόσο δεν έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων ή περιορισμό της ανοσιακής απόκρισης στον εμβολιασμό.

Συνολικά εξετάστηκαν περίπου 6935 ασθενείς με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου από 92 νοσοκομεία της Μεγάλης Βρετανίας. Στη μελέτη CLARITY IBD, όπως ονομάστηκε, περίπου τα 2/3 (4685) έπαιρναν ινφλιξιμάμπη, ενώ το 1/3 (2250) βεδολιζουμάμπη.

Το 40% περίπου των εθελοντών έδωσαν ρινοφαρυγγικά δείγματα και επιβεβαιώθηκε ότι τα ποσοστά συμπτωματικής και επιβεβαιωμένης λοίμωξης COVID-19 ήταν παρόμοια ανάμεσα στις 2 ομάδες.

Ωστόσο, όπως διαπίστωσαν οι επιστήμονες, το ποσοστό των ασθενών με ανιχνεύσιμα αντισώματα στην ομάδα της ινφλιξιμάμπης ήταν πολύ χαμηλότερο σε σχέση με αυτό στην ομάδα που έπαιρνε βεδολιζουμάμπη (3.4% έναντι 6%).

Αντίστοιχα, μόλις το 48% των ασθενών που έπαιρναν ινφλιξιμάμπη είχε αντισώματα μετά την αποδρομή της λοίμωξης, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην ομάδα της βεδολιζουμάμπης ήταν 83%.

Η προσθήκη ενός ακόμα ανοσοκατασταλτικού φαρμάκου, όπως η θειοπουρίνη και η μεθοτρεξάτη, περιόρισε ακόμα περισσότερο την απόκριση αντισωμάτων στους ασθενείς που έπαιρναν ινφλιξιμάμπη, με αποτέλεσμα μόλις το 1/3 να έχει τελικά ανιχνεύσιμα αντισώματα για τον ιό.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα αποτελέσματα της έρευνάς τους ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι η ινφλιξιμάμπη μπορεί να επηρεάσει την απόκριση αντισωμάτων.

Ωστόσο, καθώς η έρευνά τους ήταν μία μελέτη παρατήρησης δεν μπορεί να επιβεβαιώσει σχέση αιτίας-αποτελέσματος, επομένως δεν αποδεικνύει ότι οι ασθενείς που παίρνουν ινφλιξιμάμπη έχουν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι η προστατευτική ανοσία μετά τον εμβολιασμό δεν περιορίζεται στα αντισώματα.

Το πρόβλημα στο οποίο στάθηκαν, ωστόσο, περισσότερο οι επιστήμονες ήταν η πιθανότητα χρόνιου αποικισμού της ρινός και του φάρυγγα από τον SARS-CoV-2 στους ασθενείς που παίρνουν ινφλιξιμάμπη. Το γεγονός αυτό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης νέων μεταλλάξεων.

Καταλήγοντας, υποστήριξαν ότι αν επιβεβαιωθεί ότι οι ασθενείς που παίρνουν το παραπάνω φάρμακο έχουν μειωμένη απόκριση στα εμβόλια, τότε θα πρέπει να τροποποιηθεί η δόση του εμβολίου ή να εξεταστούν άλλα σχήματα χορήγησης.