Οι ενήλικες που ζουν με παιδιά μικρής ηλικίας στο σπίτι έχουν μειωμένο κίνδυνο να νοσηλευτούν για COVID-19, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από τη Σκωτία.

Τα παιδιά νοσούν συχνά από κρυολογήματα, ορισμένα από τα οποία προκαλούνται από τους 4 εποχικούς κορονοϊούς. Οι τελευταίοι, καθώς ανήκουν στην ίδια οικογένεια ιών με τον SARS-CoV-2, ενεργοποιούν μία ανοσιακή απόκριση η οποία, σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, μπορεί να προστατεύσει σε κάποιο βαθμό από τη σοβαρή νόσηση με COVID-19. Ωστόσο, προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι τα αντισώματα που παράγονται μετά τη λοίμωξη με τους εποχικούς κορονοϊούς δεν έχει μεγάλη διάρκεια με αποτέλεσμα να εμφανίζονται συχνά επαναμολύνσεις.

Η παρούσα μελέτη, η οποία έχει αναρτηθεί προς το παρόν ως προδημοσίευση, διαπίστωσε ότι οι ενήλικες που ζουν σε σπίτια με μικρά παιδιά (ηλικίας κάτω των 11 ετών) έχουν μειωμένο κίνδυνο να μολυνθούν με τον SARS-CoV-2 καθώς και χαμηλότερο κίνδυνο να χρειαστούν νοσηλεία από αυτόν. Η σύνδεση αυτή δεν παρατηρήθηκε στους ενήλικες που ζουν με παιδιά άνω των 12 ετών ή χωρίς παιδιά.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι τα παιδιά είναι δυνατό να μολυνθούν με τον SARS-CoV-2 και αυτά που παρουσιάζουν συμπτώματα είναι εξίσου μολυσματικά με τους ενήλικες.

Περιορισμοί της Έρευνας

Τα αποτελέσματα της παραπάνω έρευνας θα πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή, καθώς η τελευταία είχε και ορισμένους περιορισμούς.

Για παράδειγμα, οι ενήλικες που δεν είχαν παιδιά ήταν συνήθως μεγαλύτερης ηλικίας και είχαν περισσότερα χρόνια νοσήματα σε σχέση με τους ενήλικες που ζούσαν με μικρά παιδιά. Σήμερα είναι γνωστό ότι η ηλικία και ορισμένα χρόνια νοσήματα, όπως ο διαβήτης και η νεφρική νόσος, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Όταν οι επιστήμονες έκαναν προσαρμογή στα αποτελέσματά τους για τους παραπάνω παράγοντες κινδύνου, διαπίστωσαν ότι ο μειωμένος κίνδυνος από τα παιδιά στο σπίτι περιορίστηκε ελαφρώς.

Άλλοι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη είναι το γεγονός ότι οι ενήλικες με παιδιά δουλεύουν λιγότερες ώρες ή από το σπίτι, καθώς πρέπει να αφιερώνουν κάποιες ώρες στη φροντίδα των παιδιών, με αποτέλεσμα να διατρέχουν μειωμένο κίνδυνο έκθεσης στον ιό μέσω της εργασίας. Αν και οι συγγραφείς αναγνώρισαν την πιθανότητα να επηρεάστηκαν τα αποτελέσματά τους από το παραπάνω γεγονός, δεν είχαν δεδομένα για να κάνουν προσαρμογή.

Αν τελικά αποδειχθεί ότι το ιστορικό έκθεσης στους κορονοϊούς του κοινού κρυολογήματος συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο λοίμωξης από COVID-19, τότε πιθανώς οι νηπιαγωγοί και οι δάσκαλοι θα έχουν επίσης κάποιο βαθμό προστασίας. Ωστόσο, η παραπάνω έρευνα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αψήφιστα για να υποστηρίξει το άνοιγμα των σχολείων, καθώς τα σχολεία στη Σκωτία ήταν κλειστά για αρκετό καιρό στο διάστημα 1 Μαρτίου μέχρι 7 Ιουλίου.

Αν και υπήρχαν ορισμένα σχολεία που ήταν ανοιχτά σε αυτό το διάστημα, οι επιστήμονες δεν γνώριζαν ποια από τα παιδιά της έρευνας πήγαιναν στο σχολείο και ποια έμεναν στο σπίτι, επομένως δεν έγινε προσαρμογή γι’ αυτό τον παράγοντα.

Τέλος, αν και η σύνδεση που παρατήρησε η έρευνα ήταν σαφής, οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι προς το παρόν δεν γνωρίζουμε σε ποιους μηχανισμούς βασίζεται. Μία θεωρία είναι ότι οι ασθενείς με ιστορικό έκθεσης στους εποχικούς κορονοϊούς έχουν κάποιου βαθμού προστασία για τον COVID-19, ωστόσο αυτό ακόμα δεν έχει αποδειχθεί.

Βιβλιογραφία: The Conversation