Μία νέα έρευνα από το Turku University Hospital της Φινλανδίας αναδεικνύει για πρώτη φορά την υπνική άπνοια ως παράγοντα κινδύνου για τον COVID-19. Η έρευνα εξέτασε ασθενείς από το πρώτο κύμα του COVID-19 στη Φινλανδία και είναι η πρώτη που εξερεύνησε τη σύνδεση ανάμεσα στην αποφρακτική υπνική άπνοια και τον COVID-19.

Οι εθελοντές που εξετάστηκαν στην έρευνα είχαν νοσηλευτεί για COVID-19 στο νοσοκομείο Turku Univeristy Hospital την άνοιξη του 2020, δηλαδή στο 1ο κύμα της πανδημίας του ιού. Η Νοτιοδυτική Φινλανδία έχει πληθυσμό 480.000 και κατέγραψε ελάχιστα κρούσματα του ιού την άνοιξη. Συγκεκριμένα, 278 ασθενείς συνολικά είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό. Από τους παραπάνω, οι 28 νοσηλεύτηκαν στο Turku University Hospital κάποια στιγμή πριν τις 3 Μαΐου 2020. Οι επιστήμονες της έρευνας εξέτασαν τους ιατρικούς φακέλους ασθενών αυτών με σκοπό να εξετάσουν τους παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, καθώς και την ανάγκη νοσηλείας στη ΜΕΘ ή διασωλήνωσης.

«Η λογική της έρευνας ήταν να εξετάσουμε ασθενείς με COVID-19 με σκοπό να καταλήξουμε άμεσα σε παράγοντες κινδύνου για τον ιό. Καθώς εκείνη την εποχή γνωρίζαμε ελάχιστα για τον SARS-CoV-2, είχαμε πρόσβαση σε αρκετά δεδομένα που θα μας επέτρεπαν να καταλήξουμε σε συμπεράσματα. Γρήγορα διαπιστώσαμε ότι αρκετοί από τους ασθενείς που νόσησαν είχαν υπνική άπνοια», είπε ο Thijs Feuth, MD, επικεφαλής της έρευνας και πνευμονολόγος στο νοσοκομείο.

Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι το 29% των ασθενών που νοσηλεύτηκαν είχαν ιστορικό διάγνωσης με υπνική άπνοια. Ο αριθμός αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς το ποσοστό των ασθενών που έχει διαγνωστεί και λαμβάνει θεραπεία για υπνική άπνοια στη Νοτιοδυτική Φινλανδία είναι μόλις 3.1%. Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός των ασθενών που εξετάστηκε από την έρευνα ήταν σχετικά χαμηλός, το ποσοστό των ασθενών με ιστορικό υπνικής άπνοιας ήταν εξαιρετικά υψηλό. Η υπνική άπνοια στους ασθενείς της έρευνας δεν ήταν δυνατό να συνδεθεί αποκλειστικά με την παχυσαρκία, η οποία συνοδεύει συχνά την παραπάνω διάγνωση και αποτελεί πλέον επιβεβαιωμένο παράγοντα κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19.

«Οι παρατηρήσεις της έρευνάς μας ήταν αρκετά ισχυρές για να δικαιολογήσουν την υπνική άπνοια ως παράγοντα κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από COVID-19. Ουσιαστικά αυτό που δείξαμε είναι ότι ένας ασθενής με υπνική άπνοια, πιθανώς να χρειαστεί νοσηλεία αν νοσήσει με COVID-19. Η υπνική άπνοια αποτελεί προγνωστικό παράγοντα σοβαρής νόσησης από COVID-19», υποστήριξε ο Feuth με βάση τις παρατηρήσεις της έρευνας.

Η υπνική άπνοια χαρακτηρίζεται από διακοπές της αναπνοής (άπνοια) κατά τη διάρκεια του ύπνου. Διαγιγνώσκεται συνήθως μετά από μία μελέτη ύπνου.

Η σύνδεση ανάμεσα στην υπνική άπνοια και τον COVID-19 έχει αναδειχθεί επίσης και από άλλες έρευνες οι οποίες ωστόσο είναι ακόμα προδημοσιεύσεις. Μία άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση της παρούσας μελέτης ήταν ότι οι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στη ΜΕΘ είχαν αυξημένα επίπεδα CRP. Οι περισσότερες ιογενείς λοιμώξεις δεν προκαλούν τόσο υψηλή αύξηση στα επίπεδα της CRP.