Οι ασθενείς με υψηλή αρτηριακή πίεση έχουν διπλάσιο κίνδυνο να καταλήξουν από τον COVID-19 σε σχέση με τους ασθενείς που δεν έχουν υπέρταση, όπως έδειξε μία νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο European Heart Journal.

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι οι ασθενείς με υψηλή αρτηριακή πίεση που δεν παίρνουν αντιϋπερτασικά φάρμακα διατρέχουν ακόμα υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από COVID-19.

Οι επιστήμονες από την Κίνα και την Ιρλανδία ανέλυσαν δεδομένα από 2866 ασθενείς με COVID-19 που εισήχθησαν στο νοσοκομείο Huo Shen Shan της Wuhan από τις 5 Φεβρουαρίου μέχρι τις 15 Μαρτίου 2020. Το νοσοκομείο άνοιξε στις 5 Φεβρουαρίου με σκοπό να νοσηλεύσει αποκλειστικά ασθενείς με COVID-19. Από τους παραπάνω ασθενείς, το 29.5% (850) είχαν ιστορικό υπέρτασης.

Οι ερευνητές, επικεφαλής των οποίων ήταν οι καθηγητές Fei Li και Ling Tao από το Νοσοκομείο Xijing, διαπίστωσαν ότι από τους συνολικά 850 ασθενείς με υπέρταση τελικά κατέληξαν οι 34 (4%). Το αντίστοιχο ποσοστό στους ασθενείς που δεν είχαν υπέρταση ήταν μόλις 1.1% (22 στους 2027). Κατά συνέπεια, μετά από προσαρμογή για παράγοντες που μπορεί να επηρέασαν τα αποτελέσματα, όπως η ηλικία, το φύλο και οι συννοσηρότητες, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς με υπέρταση διατρέχουν 2.12 φορές αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν από COVID-19.

Εξετάζοντας μόνο τους ασθενείς με υπέρταση, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι στην ομάδα αυτών που έπαιρναν αντιϋπερτασικά φάρμακα κατέληξε το 3.2% (23 στους 710), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό γι’ αυτούς που δεν έπαιρναν τα παραπάνω φάρμακα ήταν 7.9% (11 στους 140).

Σε μία μετα-ανάλυση, οι ερευνητές εξέτασαν συνολικά τα δεδομένα της έρευνάς τους, καθώς και τα αντίστοιχα δεδομένα από 3 άλλες έρευνες με 2300 ασθενείς, με σκοπό να εξετάσουν τα ποσοστά θνησιμότητας στους ασθενείς που έπαιρναν φάρμακα για το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Στα φάρμακα αυτά περιλαμβάνονται οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE) και οι αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης (ARBs). Άλλα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της υπέρτασης αλλά δεν ανήκουν στα RAAS είναι οι β-αποκλειστές, οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου και τα διουρητικά.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι στους 183 ασθενείς που έπαιρναν αναστολείς του RAAS, τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν χαμηλότερα σε σχέση με αυτά των 527 ασθενών που έπαιρναν τα άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα. Προειδοποίησαν, ωστόσο, ότι καθώς ο αριθμός των ασθενών που εξετάστηκε ήταν σχετικά μικρός, η διαφορά αυτή ενδέχεται να αποδίδεται σε άλλα αίτια.

«Οι υπερτασικοί πρέπει να γνωρίζουν ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από COVID-19. Πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί την εποχή της πανδημίας και να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης για να προστατευτούν από μία ενδεχόμενη μόλυνση», είπε ο Li.

«Στην έρευνά μας εξετάστηκαν επίσης 140 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν για COVID-19 και είχαν σταματήσει την αντιϋπερταστική θεραπεία για διάφορους λόγους. Όπως παρατηρήσαμε, αυτό συνδέεται με υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από τον COVID-19».

«Αντίθετα με αυτό που περιμέναμε, διαπιστώσαμε ότι οι αναστολείς του RAAS, όπως οι αναστολείς του ACE και οι αποκλειστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης δεν αυξάνουν τον κίνδυνο θανάτου από COVID-19, αλλά έχουν προστατευτική δράση. Επομένως, συνιστούμε στους ασθενείς να μην σταματήσουν ή να αλλάξουν την αντιϋπερτασική τους θεραπεία χωρίς την άδεια του γιατρού τους».

Ο καθηγητής Ling Tao δήλωσε τα εξής: «Στις αρχές του Φεβρουαρίου διαπιστώσαμε ότι περίπου το 50% των ασθενών που κατέληξαν από COVID-19 είχαν υπέρταση. Την ίδια περίοδο ορισμένοι ερευνητές υποστήριξαν ότι οι αναστολείς του RAAS μπορεί να διευκολύνει την είσοδο του κορονοϊού στα κύτταρα και να αυξάνουν την ευαισθησία των ασθενών στη νόσο».

«Μας προκάλεσε μεγάλη έκπληξη το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της έρευνάς μας δεν επιβεβαίωσαν την παραπάνω θεωρία. Ουσιαστικά, διαπιστώσαμε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι οι αναστολείς του ACE και τα ARBs προστατεύουν από τον ιό. Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει πάντοτε να βασιζόμαστε σε κλινικά δεδομένα».

Καθώς αυτή ήταν μία έρευνα παρατήρησης, οι ερευνητές υποστήριξαν ότι είναι απαραίτητο να γίνουν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που θα επιβεβαιώσουν τα αποτελέσματά τους. Οι τελευταίες πρέπει να εξετάσουν ειδικά το ρόλο των αναστολέων του RAAS στον COVID-19.

«Τα δεδομένα της έρευνάς μας πρέπει να ερμηνευθούν με προσοχή. Ωστόσο, φαίνεται ότι συμφωνούν με τις οδηγίες του European Society of Cardiology που υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς δεν πρέπει να σταματούν την αντιϋπερτασική τους θεραπεία», είπε ο Tao.

Καθώς τα περιστατικά του COVID-19 στην Κίνα έχουν μειωθεί σημαντικά, οι καθηγητές J. William McEvoy και Patrick Serrys, οι οποίοι είχαν λάβει επίσης μέρος στην παραπάνω έρευνα, σκοπεύουν να ξεκινήσουν σύντομα μία τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή για τα φάρμακα αυτά στην Ιρλανδία.

«Με τη νέα έρευνα θέλουμε να δώσουμε απαντήσεις σε 2 ερωτήματα. Πρώτον, ποια φάρμακα πρέπει να χορηγούνται στους υπερτασικούς ασθενείς με COVID-19, οι αναστολείς του RAAS ή τα άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα; Δεύτερον, μπορούν τα φάρμακα αυτά να μειώσουν τον κίνδυνο θανάτου στους υπερτασικούς ασθενείς;», δήλωσε ο Serrys.

Ο ίδιος αναφέρθηκε επίσης και σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε προσφάτως στο New England Journal of Medicine και έδειξε ότι τα αντιϋπερτασικά φάρμακα, όπως οι αναστολείς του ACE και τα ARBs, δεν αυξάνουν τον κίνδυνο μόλυνσης με COVID-19.

Ο επιστήμονας υποστήριξε επίσης ότι η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο European Heart Journal δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος ανάμεσα στους αναστολείς του RAAS και τον κίνδυνο θανάτου από COVID-19. Επιπλέον, καθώς η έρευνα είχε μικρή διάρκεια, θα χρειαστεί να γίνουν και άλλες έρευνες για να διαπιστωθούν οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις των φαρμάκων αυτών.