Σήμερα, έχουμε εναποθέσει τις ελπίδες μας για την αντιμετώπιση της πανδημίας του COVID-19 στην ανάπτυξη ενός εμβολίου. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου αυτού θα επηρεαστεί σε μεγάλη βαθμό από μία άλλη επιδημία που εδραιώθηκε αρκετά χρόνια πριν την πανδημία του COVID-19, αυτή της παχυσαρκίας.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι τα εμβόλια της γρίπης, της ηπατίτιδας Β, του τετάνου και της λύσσας είναι λιγότερο αποτελεσματικά στους παχύσαρκους ασθενείς σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, γεγονός που καθιστά τους ασθενείς αυτούς περισσότερο ευάλωτους στις παραπάνω λοιμώξεις. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, το ίδιο θα ισχύει και για το εμβόλιο του COVID-19, όπως υποστηρίζουν ειδικοί για την παχυσαρκία.

«Θα έχουμε μέσα στο επόμενο έτος ένα εμβόλιο για τον COVID-19 προσαρμοσμένο ειδικά για τους ασθενείς με παχυσαρκία; Σε καμία περίπτωση», υποστήριξε ο Raz Shaikh, ένας αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας. «Το εμβόλιο που θα κυκλοφορήσει για το γενικό πληθυσμό θα είναι εξίσου αποτελεσματικό στους παχύσαρκους ασθενείς; Η εκτίμησή μας είναι ότι δεν θα είναι».

Σε αρκετές χώρες το ποσοστό του πληθυσμού με παχυσαρκία προσεγγίζει το 30% και οι ασθενείς αυτοί δεν θα μπορούν να επιστρέψουν στην εργασία τους, στις οικογένειές τους ή στην καθημερινότητά τους, εφόσον το εμβόλιο δεν τους προσφέρει επαρκή ανοσία.

Το Μάρτιο, στην αρχή της πανδημίας, μία μικρή έρευνα από την Κίνα διαπίστωσε ότι οι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι ασθενείς με COVID-19 είχαν αυξημένη θνησιμότητα. Όταν ο ιός έφτασε στις ΗΠΑ, μία χώρα με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά παχυσαρκίας, η θεωρία αυτή επιβεβαιώθηκε καθώς οι παχύσαρκοι ήταν μία από τις ευπαθείς ομάδες που παρουσίασε τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας.

Η παχυσαρκία αποτελεί ένα γνωστό παράγοντα κινδύνου που συνδέεται με αυξημένη θνησιμότητα από καρδιαγγειακή νόσο και καρκίνο. Ωστόσο, επιστήμονες στο νέο πεδίο του ανοσομεταβολισμού παρατήρησαν προσφάτως ότι η παχυσαρκία μπορεί να επηρεάσει την ανοσιακή απόκριση, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης από παθογόνα όπως ο ιός της γρίπης και ο SARS-CoV-2. Ιδιαίτερα για τη γρίπη, η παχυσαρκία έχει αναδειχθεί ως παράγοντας που επηρεάζει αρνητικά την αποτελεσματικότητα του εμβολίου. Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει αμφιβολίες και αρκετοί επιστήμονες ήδη ανησυχούν σχετικά με την αποτελεσματικότητα του εμβολίου για τον COVID-19 στην παραπάνω ομάδα ασθενών.

Ένα υγιές ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να ενεργοποιήσει και να απενεργοποιήσει τη φλεγμονή όπου χρειάζεται, προσελκύοντας λευκά αιμοσφαίρια και στέλνοντας τις κατάλληλες πρωτεΐνες για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων. Τα εμβόλια ουσιαστικά βασίζονται στη φλεγμονώδη απόκριση. Εξετάσεις αίματος έχουν δείξει, ωστόσο, ότι οι παχύσαρκοι, καθώς και οι ασθενείς με μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, όπως η υπέρταση και η αυξημένη γλυκόζη αίματος, παρουσιάζουν μία κατάσταση χρόνιας ήπιας φλεγμονής.

Ο λιπώδης ιστός (το λίπος) στην κοιλιά, το ήπαρ και τα άλλα όργανα δεν είναι αδρανές. Περιέχει ειδικά κύτταρα που παράγουν μόρια, όπως η λεπτίνη, η οποία σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα ενοχοποιείται σε κάποιο βαθμό για τη χρόνια φλεγμονή. Αν και οι ακριβείς βιολογικοί μηχανισμοί είναι ακόμα υπό διερεύνηση, η χρόνια φλεγμονή φαίνεται ότι επηρεάζει την ανοσιακή απόκριση στα εμβόλια, γεγονός που πιθανώς αυξάνει τον κίνδυνο λοίμωξης, ακόμα και μετά τον εμβολιασμό.

Ιδανικά, τα εμβόλια εκκινούν μία ελεγχόμενη απόκριση στον οργανισμό η οποία οδηγεί σε κυτταρική μνήμη για μία «εικονική εισβολή» που πρακτικά δεν συνέβη ποτέ.

Δεδομένα που δείχνουν ότι οι παχύσαρκοι ασθενείς έχουν περιορισμένη απόκριση στα κοινά εμβόλια ήρθαν για πρώτη φορά στο φως το 1985. Όπως διαπιστώθηκε εκείνη την εποχή, οι παχύσαρκοι ασθενείς που έκαναν το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β είχαν σημαντικά μειωμένη ανοσία 11 μήνες μετά τη χορήγηση του εμβολίου, κάτι που δεν παρατηρήθηκε σε αυτούς που είχαν φυσιολογικό βάρος. Τα παραπάνω αποτελέσματα επιβεβαιώθηκαν και από μελλοντικές έρευνες που κατέληξαν στο ίδιο συμπέρασμα.

Αντίστοιχα προβλήματα παρατηρήθηκαν και στο εμβόλιο της ηπατίτιδας Α, καθώς και στα εμβόλια του τετάνου και της λύσσας κατά τη χορήγησή τους σε παχύσαρκους ασθενείς.

Τα εμβόλια είναι επίσης λιγότερο αποτελεσματικά στους ηλικιωμένους. Ως αποτέλεσμα, το εμβόλιο που χορηγείται σήμερα στους ενήλικες άνω των 65 περιέχει περισσότερα αντιγόνα προκειμένου να προκαλέσει ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση.

Αντιθέτως, το πρόβλημα της μειωμένης αποτελεσματικότητας των εμβολίων, τόσο στα παιδιά όσο και στους ενήλικες με παχυσαρκία, είναι κάτι που δεν έχει αναδειχθεί.

«Δεν είμαι σίγουρη γιατί η μειωμένη αποτελεσματικότητα των εμβολίων σε αυτό τον πληθυσμό δεν έχει εξεταστεί στον ίδιο βαθμό», δήλωσε η Catherine Andersen, αναπληρώτρια καθηγήτρια βιολογίας στο Fairfield University, ειδικός στα μεταβολικά νοσήματα και την παχυσαρκία. «Είναι ένα πεδίο που θα πρέπει να εξερευνηθεί περισσότερο».

Το 2017, μία ομάδα επιστημόνων από το UNC-Chapel Hill προσέφερε σημαντικά δεδομένα σχετικά με τους περιορισμούς του εμβολίου της γρίπης. Σε μία έρευνα που δημοσίευσαν στο International Journal of Obesity, έδειξαν ότι οι εμβολιασμένοι παχύσαρκοι ασθενείς με παχυσαρκία είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν γρίπη σε σχέση με αυτούς που είχαν φυσιολογικό βάρος.

Μία παρατήρηση της ίδιας έρευνας ήταν μάλιστα ότι, αν και οι παχύσαρκοι ασθενείς παράγουν τον ίδιο αριθμό αντισωμάτων, η απόκρισή τους σε μία λοίμωξη με τον ιό της γρίπης είναι χειρότερη.

Μία θεωρία που μπορεί να εξηγήσει την παραπάνω παρατήρηση είναι ότι η παχυσαρκία προκαλεί μεταβολική απορύθμιση των Τ λεμφοκυττάρων, δηλαδή των λευκών αιμοσφαιρίων που θεωρούνται απαραίτητα για την ανοσιακή απόκριση. Είναι προφανές ότι ένα εμβόλιο για τον COVID-19 θα πρέπει να λάβει υπόψη το παραπάνω φαινόμενο.

Διαχρονικά, οι ασθενείς με υψηλούς ΔΜΣ εξαιρούνται από τις κλινικές δοκιμές καθώς έχουν συνήθως συνοδά νοσήματα που μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα. Ωστόσο, οι κλινικές δοκιμές που διεξάγονται σήμερα και εξετάζουν την αποτελεσματικότητα των εμβολίων του COVID-19 δεν έχουν όριο ΔΜΣ.

Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα του εμβολίου για τον COVID-19 στους παχύσαρκους ασθενείς, είναι σίγουρο ότι, όταν αυτό κυκλοφορήσει θα πρέπει να χορηγείται κανονικά και σε αυτή την ευπαθή ομάδα. Είναι προφανές ότι ακόμα κι αν προσφέρει περιορισμένη προστασία, αυτή είναι προτιμότερη από την απουσία οποιασδήποτε προστασίας.

Βιβλιογραφία: Medscape