Μία νέα ανάλυση δειγμάτων από ασθενείς που εξετάστηκαν για λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος τα τελευταία 5 χρόνια, έδειξε ότι η εμφάνιση του SARS-CoV-2 συνδέθηκε με σημαντική μείωση της κυκλοφορίας άλλων κοινών ιών του αναπνευστικού συστήματος κατά τη διάρκεια του 1ου κύματος της πανδημίας. Η έρευνα, παρουσιάστηκε την προηγούμενη εβδομάδα στο ESCMID Conference on Coronavirus Disease (ECCVID).

Η πλειοψηφία των λοιμώξεων του αναπνευστικού συστήματος επηρεάζουν περισσότερο τους ασθενείς με προϋπάρχουσες πνευμονικές παθήσεις. Ο SARS-CoV-2 εμφανίστηκε για πρώτη φορά το Δεκέμβριο του 2019 και, μέχρι σήμερα, δεν γνωρίζουμε ακόμα πως επηρεάζει την κυκλοφορία άλλων ιών του αναπνευστικού συστήματος. Ο σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν να εξετάσει την επίδραση του SARS-CoV-2 στην κυκλοφορία άλλων κοινών ιών του αναπνευστικού συστήματος κατά το 1ο κύμα της πανδημίας.

Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από ασθενείς που έκαναν PCR για κοινές λοιμώξεις του αναπνευστικού στα πλαίσια 3 μεγάλων κλινικών δοκιμών από το Hampshire της Αγγλίας. Οι ασθενείς είχαν προσέλθει στα επείγοντα με συμπτώματα οξείας λοίμωξης του αναπνευστικού και το δείγμα είχε ληφθεί μέσα σε 24 ώρες από την εισαγωγή στο νοσοκομείο.

Στην έρευνα ουσιαστικά συγκρίθηκαν τα ποσοστά της κάθε λοίμωξης στο διάστημα Μάρτιος-Μάιος για το 2020 και για τα προηγούμενα 5 έτη. Οι επιστήμονες συνέκριναν επίσης τα κλινικά χαρακτηριστικά και την πορεία των ασθενών που μολύνθηκαν με τους παραπάνω ιούς.

Η μελέτη εξέτασε συνολικά 856 ασθενείς που έκαναν PCR για ιούς του αναπνευστικού συστήματος από το Μάρτιο μέχρι το Μάιο φέτος και τα 5 προηγούμενα χρόνια. Πριν το 2020, 202 από τους 371 ασθενείς (54%) είχαν θετικές για κάποιον ιό εκτός του SARS-CoV-2 (47% γρίπη Α ή Β, 21% ρινοϊοί), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το 2020 ήταν μόλις 4% (20/485 ασθενείς).

Συγκριτικά με τους υπολοίπους ιούς του αναπνευστικού συστήματος, οι ασθενείς με SARS-CoV-2 είχαν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο να έχουν θετικές εξετάσεις και για έναν δεύτερο ιό (απόλυτη διαφορά 7.2%). Εκτός από την χειρότερη πρόγνωση, οι ασθενείς με COVID-19 είχαν επίσης υψηλότερη πιθανότητα να παρουσιάσουν πνευμονία (81% έναντι 24%).

Σήμερα είναι γνωστό ότι οι εποχικές λοιμώξεις του αναπνευστικού μπορεί να προκαλέσουν επιδείνωση τόσο του ΧΑΠ όσο και του άσθματος, κάτι που επιβεβαιώθηκε στο 37% των περιστατικών του δείγματος. Συγκριτικά, μόλις το 1% των ασθενών με SARS-CoV-2 είχαν επίσης ένα από τα παραπάνω νοσήματα.

«Η εμφάνιση του SARS-CoV-2 προκάλεσε σημαντική μείωση στη κυκλοφορία άλλων ιών του αναπνευστικού συστήματος», υποστήριξαν οι επιστήμονες.

«Η κυκλοφορία των ιών του αναπνευστικού συστήματος δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί, επομένως δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε τι μπορεί να συμβεί στο δεύτερο κύμα. Τα μέτρα lockdown κατά πάσα πιθανότητα επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό και την κυκλοφορία άλλων ιών, καθώς οι ιοί αυτοί έχουν μικρότερη περίοδο επώασης σε σχέση με τον COVID-19. Η κυκλοφορία των ιών του αναπνευστικού συστήματος στο 2ο κύμα του COVID-19 θα επηρεαστεί σίγουρα σε μεγάλο βαθμό από την έκταση των μέτρων πρόληψης», κατέληξαν.