Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό Nature προσφέρει νέα δεδομένα που δείχνουν ότι η υδροξυχλωροκίνη και η χλωροκίνη, δύο ανθελονοσιακά φάρμακα, δεν μπορούν να περιορίσουν τον πολλαπλασιασμό του SARS-CoV-2 στα κύτταρα των πνευμόνων.

Τα φάρμακα αυτά είχαν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στην αρχή της πανδημίας με αποτέλεσμα να εξεταστούν από μεγάλο αριθμό κλινικών μελετών. Την εποχή εκείνη, είχαν δημοσιευτεί ελάχιστες πρώιμες μελέτες, ενώ υπήρχαν και μεμονωμένες αναφορές ότι ιδιαίτερα η υδροξυχλωροκίνη μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του COVID-19.

Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί στον τομέα της ιολογίας είχαν αμφισβητήσει την εγκυρότητα των παραπάνω ερευνών, με μία από αυτές μάλιστα να αποδεικνύεται ότι είχε χρησιμοποιήσει ψευδή δεδομένα.

Λίγο αργότερα, το FDA των ΗΠΑ ενέκρινε το φάρμακο για χρήση στους ασθενείς με COVID-19, ωστόσο λίγο αργότερα ήρε την έγκριση αυτή όταν αρκετοί ασθενείς που είχαν πάρει υδροξυχλωροκίνη παρουσίασαν αρρυθμίες και κατέληξαν. Το γεγονός αυτό έκανε αρκετές κλινικές μελέτες να τερματιστούν πρόωρα.

Ωστόσο, ορισμένοι επιστήμονες συνέχισαν να εξετάζουν το φάρμακο με σκοπό να εξερευνήσουν αν τελικά έχει κάποια χρησιμότητα στην αντιμετώπιση του COVID-19.

Η Παρούσα Έρευνα

Η έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature διεξήχθη από επιστήμονες στη Γερμανία, οι οποίοι εξέτασαν την υδροξυχλωροκίνη σε διάφορα κύτταρα με σκοπό να διαπιστώσουν ποιος είναι ο λόγος που δεν μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση ή πρόληψη του ιού.

Από τα αποτελέσματά τους διαπιστώθηκε ότι η υδροξυχλωροκίνη έχει την ικανότητα να προλαμβάνει τη λοίμωξη από τον ιό στα νεφρικά κύτταρα Αφρικανικών πρασίνων πιθήκων. Ωστόσο, δυστυχώς, δεν ισχύει το ίδιο και για τα κύτταρα του πνεύμονα στον άνθρωπο, δηλαδή το σημείο εισόδου του ιού.

Ο ιός SARS-CoV-2 εισέρχεται στα κύτταρα με δύο τρόπους. Ο πρώτος περιλαμβάνει πρόσδεση της πρωτεΐνης spike του ιού στους υποδοχείς ACE2 μέσω της οποίας διασφαλίζεται η απελευθέρωση του γενετικού υλικού στο κύτταρο. Εναλλακτικά, ο ιός απορροφάται από ειδικά τμήματα του κυττάρου που λέγονται ενδοσώματα.

Ορισμένα κύτταρα, όπως για παράδειγμα τα νεφρικά, χρειάζονται ένα ένζυμο που λέγεται καθεψίνη L προκειμένου να μολυνθούν από τον ιό. Στα κύτταρα του πνεύμονα, ωστόσο, είναι απαραίτητη η παρουσία του ενζύμου TMPRSS2 στην επιφάνεια του κυττάρου. Η καθεψίνη L χρειάζεται όξινο περιβάλλον προκειμένου να επιτελέσει τη δράση της και να επιτρέψει στον ιό να μολύνει το κύτταρο, κάτι που δεν ισχύει για το ένζυμο TMPRSS2.

Στα νεφρικά κύτταρα των πρασίνων πιθήκων, τόσο η υδροξυχλωροκίνη όσο και η χλωροκίνη μπορούν να περιορίσουν την οξύτητα, γεγονός που απενεργοποιεί τη δράση της καθεψίνης L, αποτρέποντας έτσι την είσοδο του ιού στα κύτταρα. Στα ανθρώπινα κύτταρα των πνευμόνων, τα οποία έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα του παραπάνω ενζύμου, ο ιός χρησιμοποιεί το ένζυμο TMPRSS2 προκειμένου να εισέλθει στα κύτταρα.

Ωστόσο, καθώς το ένζυμο αυτό δεν επηρεάζεται από την οξύτητα του περιβάλλοντος, ούτε η υδροξυχλωροκίνη ούτε η χλωροκίνη έχουν αποτέλεσμα στην πρόληψη της λοίμωξης.

Γιατί έχει Σημασία η Παραπάνω Παρατήρηση;

Τα αποτελέσματα της έρευνας έχουν σημασία για διάφορους λόγους. Αρχικά, παρά το γεγονός ότι αρκετοί επιστήμονες είχαν δηλώσει από την αρχή ότι τα φάρμακα δεν είναι αποτελεσματικά στην αντιμετώπιση του ιού, δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά στην έρευνα για την υδροξυχλωροκίνη και τη χλωροκίνη.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αρκετές έρευνες που ασχολήθηκαν με την αντιιική δράση της υδροξυχλωροκίνης δεν είχαν εξετάσει επιθηλιακά κύτταρα των πνευμόνων. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματά τους δεν έχουν χρησιμότητα στην αντιμετώπιση του ιού SARS-CoV-2 στον άνθρωπο.

Τα Επόμενα Βήματα

Καθώς οι επιστήμονες εξετάζουν τόσο νέα όσο και παλαιότερα φάρμακα, όπως η υδροξυχλωροκίνη, για την αντιμετώπιση του COVID-19, είναι σημαντικό να σκέφτονται προσεκτικά το σχεδιασμό της έρευνάς τους.

Η παρούσα μελέτη πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα για την επιστημονική κοινότητα. Όπως έδειξε, δεν αρκεί να εξετάζουμε την ικανότητα ενός φαρμάκου να αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό του ιού γενικά. Είναι εξίσου σημαντικό είναι να εξετάζουμε τι συμβαίνει στο είδος κυττάρων που επηρεάζει ο ιός.

Φωτογραφία: NIAID