Ο αγώνας για την ανάπτυξη ενός εμβολίου για τον COVID-19 συνεχίζεται και πλέον εξετάζονται πάνω από 200 διαφορετικά εμβόλια, τα 40 εκ των οποίων βρίσκονται ήδη στο στάδιο των κλινικών δοκιμών. Μία προτεραιότητα στην ανάπτυξη των εμβολίων είναι η εξερεύνηση της απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος στον ιό. Προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι ένα εμβόλιο είναι αποτελεσματικό θα πρέπει να γνωρίζουμε ακριβώς πως λειτουργεί η ανοσιακή απόκριση, καθώς και γιατί ορισμένοι ασθενείς παρουσιάζουν σοβαρά συμπτώματα, ενώ άλλοι είναι ασυμπτωματικοί.

Είναι γνωστό ότι ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο θα αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο στην αντιμετώπιση του ιού, τόσο σε ατομικό όσο και σε πληθυσμιακό επίπεδο. Ωστόσο, η κυκλοφορία του εμβολίου δεν θα δώσει άμεσα τέλος στην πανδημία. Για αρκετό καιρό θα χρειαστεί να συνεχιστεί η εφαρμογή των μέτρων πρόληψης όπως η χρήση μάσκας, το πλύσιμο των χεριών και η κοινωνική αποστασιοποίηση.

Η Πρόκληση της Ανοσίας

Στην αρχή της πανδημίας του COVID-19, οι επιστήμονες δεν γνώριζαν πως εμφανίζεται η φυσική ανοσία στον SARS-CoV-2. Ωστόσο, αυτό άλλαξε γρήγορα. Μέσα σε λίγους μήνες, έρευνες έδειξαν ότι οι ασθενείς που μολύνονται με τον ιό αναπτύσσουν εξουδετερωτικά αντισώματα, καθώς και Τ λεμφοκύτταρα που αναγνωρίζουν και καταστρέφουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί με τον ιό.

Περαιτέρω έρευνες έδειξαν ότι ακόμα και ασθενείς που δεν έχουν ιστορικό λοίμωξης με τον ιό μπορεί να έχουν αντισώματα και Τ λεμφοκύτταρα που τον αναγνωρίζουν. Αυτό αποδίδεται πιθανώς σε προηγούμενες λοιμώξεις με παρόμοιους κορονοϊούς που προκαλούν κοινό κρυολόγημα. Ωστόσο, προς το παρόν δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι η έκθεση στους παραπάνω ιούς μπορεί να προστατεύσει από τον SARS-CoV-2.

Η παρουσία αντισωμάτων και Τ λεμφοκυττάρων ήταν κάτι πολύ θετικό για την ανάπτυξη εμβολίων. Εφόσον η φυσική λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει ανοσιακή απόκριση αυτού του είδους, τότε ο εμβολιασμός θα μπορεί επίσης να προκαλέσει εξίσου ισχυρή αν όχι ισχυρότερη ανοσία.

Η Ανοσία Επηρεάζει και τις Θεραπείες

Τον Αύγουστο, το FDA των ΗΠΑ ενέκρινε τη χορήγηση πλάσματος για τη θεραπεία του COVID-19. Η προσέγγιση αυτή ουσιαστικά περιλαμβάνει χορήγηση πλάσματος από ασθενείς που ανάρρωσαν από COVID-19 με το σκεπτικό ότι το πλάσμα θα περιέχει αντισώματα που αναγνωρίζουν τον ιό. Ωστόσο, η έγκριση αυτή αντιμετωπίστηκε με σκεπτικότητα από αρκετούς ειδικούς, οι οποίοι υποστήριξαν ότι αρκετά από τα αντισώματα στο παραπάνω πλάσμα, ενδεχομένως δεν είναι προστατευτικά.

Μία άλλη προσέγγιση περιλαμβάνει την απομόνωση συγκεκριμένων ισχυρών εξουδετερωτικών αντισωμάτων από ασθενείς, με σκοπό να αναπτυχθούν θεραπείες αντισωμάτων. Η προσέγγιση αυτή ήταν επιτυχής σε άλλες ιογενείς λοιμώξεις, όπως για παράδειγμα ο ιός Ebola. Ήδη έχουν ξεκινήσει κλινικές δοκιμές που εξετάζουν την παραπάνω προσέγγιση σε ασθενείς με COVID-19.

Πόσο Συχνές είναι οι Επαναμολύνσεις;

Ένα άλλο σημαντικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν οι ασθενείς που έχουν νοσήσει με τον ιό έχουν προστασία από μελλοντικές λοιμώξεις. Το Αύγουστο παρουσιάστηκε το πρώτο περιστατικό επιβεβαιωμένης επαναμόλυνσης (διαφορετικό στέλεχος του ιού κατά την πρώτη και τη δεύτερη λοίμωξη). Έκτοτε έχουν αναφερθεί μερικές δεκάδες ακόμα περιστατικά επαναμολύνσεων, αριθμός ο οποίος φαντάζει μικρός μπροστά στις περισσότερες από 40 εκατομμύρια λοιμώξεις παγκοσμίως.

Οι ασθενείς που αναρρώνουν από άλλους κορονοϊούς μπορούν να μολυνθούν ξανά, καθώς τα αντισώματα πο παράγονται μετά τη λοίμωξη με τους παραπάνω έχουν συνήθως μικρή διάρκεια. Για τον COVID-19, ακόμα δεν γνωρίζουμε ποια είναι η διάρκεια της προστατευτικής ανοσίας, πόσο συχνές είναι οι επαναμολύνσεις ή ποιο είναι το ποσοστό επαναμολύνσεων που δεν έχει ανιχνευθεί ακόμα. Επιπλέον, σε τουλάχιστον 2 από τα επιβεβαιωμένα περιστατικά επαναμόλυνσης, τα συμπτώματα ήταν σοβαρότερα τη δεύτερη φορά.

Έρευνες σε ασθενείς που κατέληξαν από COVID-19 έδειξαν ότι οι τελευταίοι δεν είχαν βλαστικά κέντρα στους λεμφαδένες και τη σπλήνα. Στις παραπάνω δομές ωριμάζουν και διαφοροποιούνται τα Β λεμφοκύτταρα, γεγονός που σημαίνει ότι πιθανώς η απόκριση των αντισωμάτων μετά από μία λοίμωξη έχει μικρή διάρκεια.

Άλλες έρευνες ωστόσο παρατήρησαν ότι τα αντισώματα φτάνουν τη μέγιστη τιμή τους λίγο μετά τη λοίμωξη και στη συνέχεια μειώνονται, ωστόσο παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα για τη διάρκεια που εξετάστηκε.

Πώς Συνδέεται η Σοβαρότητα της Νόσησης με την Απόκριση του Ανοσοποιητικού Συστήματος;

Ένα χαρακτηριστικό της σοβαρής λοίμωξης από COVID-19 είναι ότι η υγεία των ασθενών συχνά επιδεινώνεται ταχέως τη δεύτερη εβδομάδα της λοίμωξης. Οι περισσότεροι από τους παραπάνω ασθενείς είχαν παρουσιάσει ήπια συμπτώματα κατά την 1η εβδομάδα. Πρώιμα δεδομένα έδειξαν ότι στους παραπάνω ασθενείς παρουσιάστηκε υπερβολική ανοσιακή απόκριση η οποία τελικά προκάλεσε περισσότερες βλάβες από τον ιό.

Η δεξαμεθαζόνη, ένα φάρμακο που περιορίζει τη φλεγμονώδη απόκριση και χρησιμοποιείται στη θεραπεία αρκετών φλεγμονωδών νόσων, είναι ένα από τα λίγα φάρμακα με επιβεβαιωμένα οφέλη στη θεραπεία του σοβαρού COVID-19.

Πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι το 10% των ανδρών και ένα χαμηλότερο ποσοστό των γυναικών που νοσούν σοβαρά από COVID-19 παρουσιάζουν αυτοαντισώματα. Τα τελευταία επηρεάζουν τη λειτουργία των ιντερφερονών, μίας ομάδας πρωτεϊνών που αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ανοσιακής απόκρισης.

Εμβόλια: Τα Ερωτήματα που Χρειάζονται Απαντήσεις

Καθώς οι προσπάθειες για την ανάπτυξη εμβολίων συνεχίζονται, ορισμένα σημαντικά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα εμβόλια αυτά θα είναι αποτελεσματικά και ασφαλή.

Ένα θετικό είναι ότι ο ιός δεν φαίνεται να μεταλλάσσεται ταχέως, όπως συμβαίνει στον ιό της γρίπης, για παράδειγμα. Αυτό σημαίνει ότι η ανοσιακή απόκριση που θα προκαλεί το εμβόλιο δεν θα μπορεί να ξεπεραστεί γρήγορα από τον ιό μέσω μετάλλαξης. Ταυτοχρόνως, δεν είναι γνωστό αν η ανοσία που θα προκαλεί το εμβόλιο θα έχει μικρή ή μεγάλη διάρκεια ούτε πόσο αποτελεσματικό θα είναι το εμβόλιο στους ηλικιωμένους, το ανοσοποιητικό σύστημα των οποίων συχνά παρουσιάζει ηπιότερη απόκριση στα εμβόλια. Αν η ανοσία που προκαλεί το εμβόλιο αποδειχθεί ότι έχει βραχεία διάρκεια, τότε κατά πάσα πιθανότητα θα χρειάζονται τακτικές ενισχυτικές δόσεις.

Για την κυκλοφορία ενός εμβολίου θα πρέπει να αντιμετωπιστούν επίσης μία σειρά προκλήσεων αναφορικά με την παραγωγή και χορήγησή του. Η χορήγηση του εμβολίου χρειάζεται προμήθειες όπως φιαλίδια και σύριγγες. Το εμβόλιο ενδεχομένως θα χρειάζεται να αποθηκευτεί σε χαμηλές θερμοκρασίες, κάτι που μπορεί να μην είναι εφικτό σε ορισμένες χώρες. Τέλος, υπάρχει το ερώτημα σχετικά με τις χώρες που θα λάβουν πρώτα το εμβόλιο.

Εμπιστοσύνη και Επιβεβαίωση

Τα πρώτα εμβόλια του COVID-19 θα βασιστούν στο πρόγραμμα της επείγουσας έγκρισης του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας, το οποίο ουσιαστικά επιτρέπει την κυκλοφορία του εμβολίου πριν ολοκληρωθούν οι κλινικές δοκιμές. Τόσο ο WHO όσο και αρκετοί άλλοι διεθνείς οργανισμοί υγείας δέχονται μεγάλη πίεση από τις κυβερνήσεις και τις φαρμακευτικές εταιρίες, ωστόσο πρέπει να κατανοήσουν ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνουν εκπτώσεις στα ελεγκτικά στάδια. Η εμπιστοσύνη του κοινού στα εμβόλια, επομένως οι κλινικές δοκιμές θα πρέπει να ολοκληρωθούν κανονικά και να μην γίνουν βεβιασμένες ενέργειες.

Η επιφυλακτικότητα απέναντι στα εμβόλια αποτελεί μία ακόμα πρόκληση. Όλα τα νέα εμβόλια θα πρέπει να έχουν ελεγχθεί ως προς τις ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν, ιδιαίτερα στις ευπαθείς ομάδες. Η αντιμετώπιση του παραπάνω προβλήματος απαιτεί απόλυτη διαφάνεια από τις φαρμακευτικές εταιρίες και τους συνεργάτες τους.

Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη ενός εμβολίου αποτελούν ένα παράδειγμα του τι μπορεί να επιτευχθεί όταν οι επιστήμονες, οι γιατροί, οι ρυθμιστικοί οργανισμοί και οι εταιρίες συνεργάζονται για το κοινό καλό. Είναι σημαντικό να έχουμε ένα εμβόλιο γρήγορα, ωστόσο θα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι είναι ασφαλές και αποτελεσματικό, καθώς και ότι μπορεί να διατεθεί άμεσα σε αυτούς που το χρειάζονται περισσότερο. Μέχρι να έχουμε το εμβόλιο στα χέρια μας (και για αρκετό καιρό μετά την κυκλοφορία του εμβολίου) πρέπει να συνεχίσουμε να τηρούμε τα μέτρα πρόληψης.

Βιβλιογραφία: Nature