Δύο έρευνες που δημοσιεύτηκαν προσφάτως ουσιαστικά επιβεβαιώνουν ότι οι ασθενείς που έχουν νοσήσει από COVID-19, μπορούν να μολυνθούν εκ νέου με τον SARS-CoV-2, τον ιό δηλαδή που προκαλεί τη νόσο. Μάλιστα, τα δύο περιστατικά που εξετάστηκαν από τις παραπάνω έρευνες είχαν εντελώς διαφορετική πορεία. Συγκεκριμένα, ο ασθενής από το Χονγκ Κονγκ που εξετάστηκε στην πρώτη έρευνα δεν παρουσίασε συμπτώματα κατά τη δεύτερη μόλυνσή του με τον ιό, ενώ ο ασθενής από το Reno της Νεβάδα παρουσίασε σοβαρότερα συμπτώματα όταν νόσησε ξανά από COVID-19. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι είναι ακόμα άγνωστο αν η ανοσιακή απόκριση του οργανισμού στον SARS-CoV-2 είναι ικανή να προστατεύσει από μελλοντικές λοιμώξεις.

Θα ισχύει επομένως το ίδιο και με το εμβόλιο του COVID-19; Σίγουρα όχι. Αρχικά, η συχνότητα των επαναμολύνσεων δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί. Σημαντικότερα, η ταχέως φθίνουσα ανοσία που παρουσίασε ο ασθενής από τη Νεβάδα σίγουρα δεν αποδεικνύει ότι η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου είναι αδύνατη.

Οποιαδήποτε λοίμωξη αντιμετωπίζεται αρχικά με μία μη ειδική απόκριση της έμφυτης ανοσίας, κατά την οποία τα λευκά αιμοσφαίρια προκαλούν φλεγμονή. Η απόκριση αυτή συνήθως επαρκεί για την αντιμετώπιση του ιού. Σε λοιμώξεις μεγαλύτερης διάρκειας, ενεργοποιείται το σύστημα της επίκτητης ανοσίας. Στην απόκριση της επίκτητης ανοσίας, τα Τ και τα Β λεμφοκύτταρα μπορούν να αναγνωρίσουν χαρακτηριστικές δομές (ή αντιγόνα) του ιού. Τα Τ λεμφοκύτταρα μπορούν να αναγνωρίσουν και να καταστρέψουν τα κύτταρα που έχουν μολυνθεί, ενώ τα Β λεμφοκύτταρα παράγουν αντισώματα που εξουδετερώνουν τον ιό.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης λοίμωξης (δηλαδή την πρώτη φορά που ένας ασθενής μολύνεται με τον ιό) η απόκριση της επίκτητης ανοσίας δεν εμφανίζεται άμεσα. Η ενεργοποίηση και ο πολλαπλασιασμός των ανοσιακών κυττάρων που αναγνωρίζουν συγκεκριμένα παθογόνα και μπορούν να περιορίσουν τη λοίμωξη χρειάζεται μερικές ημέρες.

Ορισμένα από τα παραπάνω Τ και Β λεμφοκύτταρα, τα κύτταρα μνήμης, παραμένουν για αρκετό καιρό μετά την αποδρομή της λοίμωξης. Αυτά είναι τα κύτταρα που προσδίδουν τη μακροπρόθεσμη ανοσία. Αν ο οργανισμός μολυνθεί ξανά με τον ίδιο ιό, τα κύτταρα μνήμης ενεργοποιούνται άμεσα και προκαλούν μία ισχυρή και ειδική απόκριση για την αντιμετώπιση της λοίμωξης.

Το εμβόλιο ουσιαστικά μιμείται την απόκριση της επίκτητης ανοσίας στην πρώτη λοίμωξη, εκθέτοντας τον οργανισμό σε αντιγόνα τα οποία εκκινούν την επίκτητη ανοσίας και οδηγούν σε δημιουργία κυττάρων μνήμης τα οποία αντιμετωπίζουν τον ιό άμεσα σε μία μελλοντική έκθεση. Ωστόσο, καθώς τα αντιγόνα του εμβολίου προέρχονται από εξασθενημένες ή μη λοιμώδεις μορφές του ιού, ο κίνδυνος σοβαρής λοίμωξης είναι πολύ χαμηλός.

Μία Ισχυρότερη Ανοσιακή Απόκριση

Τα εμβόλια έχουν ορισμένα πλεονεκτήματα συγκριτικά με τις φυσικές λοιμώξεις. Αρχικά, έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να περιλαμβάνουν αντιγόνα που προκαλούν ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση.

Για παράδειγμα, το εμβόλιο του HPV έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση σε σχέση με αυτή που προκαλεί μία φυσική λοίμωξη με τον ίδιο ιό. Ένας λόγος που μπορεί να εξηγήσει το παραπάνω φαινόμενο είναι ότι το εμβόλιο περιέχει υψηλότερες συγκεντρώσεις μίας πρωτεΐνης του περιβλήματος του ιού σε σχέση με αυτές που παρατηρούνται σε μία φυσική λοίμωξη. Με τον τρόπο αυτό επάγεται η παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων, γεγονός που καθιστά το εμβόλιο ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην πρόληψη των λοιμώξεων.

Η ανοσία που δημιουργείται μετά από μία φυσική λοίμωξη με τον ιό HPV είναι ιδιαίτερα ασθενής, καθώς ο ιός χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους για να διαφύγει από το ανοσοποιητικό σύστημα του ξενιστή. Αρκετοί ιοί, μεταξύ των οποίων και ο HPV, έχουν πρωτεΐνες που αποκλείουν την ανοσιακή απόκριση ή βοηθούν τον ιό να «κρυφτεί» από το ανοσοποιητικό σύστημα. Καταλαβαίνουμε, έτσι, ότι ένα εμβόλιο που εκθέτει τον οργανισμό στα κατάλληλα αντιγόνα, χωρίς να περιέχει τις ανεπιθύμητες πρωτεΐνες, μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη ανοσιακή απόκριση σε σχέση με μία φυσική λοίμωξη.

Η ανοσογονικότητα του εμβολίου, δηλαδή η αποτελεσματικότητα της ανοσιακής απόκρισης που προκαλεί, είναι επίσης κάτι που μπορεί να προσαρμοστεί. Αρκετά εμβόλια περιέχουν ενισχυτικούς παράγοντες οι οποίοι επιταχύνουν την ανοσιακή απόκριση, αυξάνοντας έτσι την ανοσογονικότητα του εμβολίου.

Εκτός από τα παραπάνω, τόσο η δόση, όσο και η οδός χορήγησης μπορεί να επηρεάσουν την ανοσιακή απόκριση που εμφανίζεται. Τα εμβόλια χορηγούνται τυπικά μέσω ενδομυϊκής έγχυσης, ακόμα και για ιούς του αναπνευστικού συστήματος, όπως η ιλαρά. Το εμβόλιο της ιλαράς προκαλεί ισχυρή ανοσιακή απόκριση η οποία διασφαλίζει την παρουσία αντισωμάτων και ανοσιακών κυττάρων στις βλεννογόνους της ρινός, παρά το γεγονός ότι χορηγείται ενδομυϊκά.

Άλλα εμβόλια, όπως για παράδειγμα αυτό της πολιομυελίτιδας χορηγούνται από του στόματος, καθώς προκαλούν ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση στο έντερο, το σημείο δηλαδή που πολλαπλασιάζεται ο ιός της πολιομυελίτιδας. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι η χορήγηση του εμβολίου για τον COVID-19 στον ιό, μπορεί πιθανώς να προκαλέσει ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση στους βλεννογόνους της ρινός και των πνευμόνων, προσφέροντας έτσι υψηλότερη προστασία στο σημείο εισόδου.

Ο Ρόλος της Φυσικής Ανοσίας

Προκειμένου να αναπτυχθεί το ιδανικό εμβόλιο για την αντιμετώπιση της πανδημίας, θα πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε με λεπτομέρεια την απόκριση της φυσικής ανοσίας για τον ιό. Προς το παρόν, έχουν ανιχνευθεί εξουδετερωτικά αντισώματα για τον SARS-CoV-2 μέχρι και 4 μήνες μετά τη λοίμωξη.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τα αντισώματα για τους κορονοϊούς έχουν διάρκεια ζωής περίπου 2 ετών. Ωστόσο, η μείωση στην αριθμό των αντισωμάτων δεν μεταφράζεται πάντοτε σε έκπτωση της ανοσίας. Σημαντικότερα, μία πρόσφατη έρευνα διαπίστωσε ότι τα Τ λεμφοκύτταρα μνήμης είχαν την ικανότητα να προκαλέσουν ανοσιακή απόκριση για τον ιό SARS-CoV ακόμα και 20 χρόνια μετά την έκθεση των ασθενών στον ιό.

Από τα 320 εμβόλια που εξετάζονται αυτή τη στιγμή για τον COVID-19, αυτό που προκαλεί ισχυρή απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα είναι αυτό που θα μπορέσει να προσφέρει ανοσία μακροπρόθεσμα.

Βιβλιογραφία: The Conversation