Τις τελευταίες εβδομάδες έχουν εμφανιστεί αρκετά νέα στελέχη του SARS-CoV-2 τα οποία έχουν προκαλέσει ανησυχία στην επιστημονική κοινότητα. Τα νέα αυτά στελέχη, τα οποία έχουν ανιχνευθεί προς το παρόν στη Μεγάλη Βρετανία (B117), τη Νότια Αφρική (B1351) και τη Βραζιλία (Ρ1 και Ρ2), φέρουν αρκετές μεταλλάξεις στην πρωτεΐνη ακίδα, δηλαδή τις μικρές προεκβολές που βρίσκονται στην επιφάνεια του ιού και του επιτρέπουν να προσκολλάται στα ανθρώπινα κύτταρα. Η πρωτεΐνη αυτή αποτελεί το στόχο όλων των εμβολίων της COVID-19 που κυκλοφορούν σήμερα. Κατά συνέπεια δημιουργείται το ερώτημα αν τα εμβόλια θα έχουν την ικανότητα να μας προστατεύουν από τα νέα στελέχη.

Οι ιοί, κατά τον πολλαπλασιασμό τους, δεν καταφέρνουν πάντα να δημιουργήσουν ακριβή αντίγραφα του αρχικού ιού. Αυτό σημαίνει ότι με κάθε κύκλο πολλαπλασιασμού, μπορεί να εμφανιστούν μεταλλάξεις ή «αλλαγές» στη γενετική τους αλληλουχία. Οι περισσότερες από αυτές τις μεταλλάξεις είναι ακίνδυνες και δεν επηρεάζουν τον ιό. Ωστόσο, ένα μικρό ποσοστό μεταλλάξεων επιτρέπουν στον ιό να διαφύγει από το ανοσοποιητικό σύστημα.

Εδώ και αρκετούς μήνες, οι επιστήμονες έχουν προβλέψει ότι είναι πιθανό να εμφανιστούν μεταλλάξεις στην πρωτεΐνη ακίδα του SARS-CoV-2 οι οποίες θα επηρεάσουν την αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων. Μέχρι προσφάτως, το φαινόμενο αυτό είχε εξεταστεί μόνο για τα μονοκλωνικά αντισώματα. Τα τελευταία είναι τεχνητά αντισώματα τα οποία χρησιμοποιούνται σε διάφορες θεραπείες για την COVID-19, όπως αυτή της Regeneron. Τα μονοκλωνικά αντισώματα μπορούν να αναγνωρίσουν ένα συγκεκριμένο κομμάτι της πρωτεΐνης ακίδας. Αυτό σημαίνει ότι μία μετάλλαξη μπορεί, θεωρητικά, να επηρεάσει την πρόσδεση των αντισωμάτων, καθιστώντας αδύνατη την εξουδετέρωση του ιού.

Μία Πολύπλευρη Απόκριση

Ωστόσο, η απόκριση αντισωμάτων του ανοσοποιητικού συστήματος στην πρωτεΐνη ακίδα είναι «πολυκλωνική». Αυτό σημαίνει ότι τόσο η φυσική λοίμωξη όσο και ο εμβολιασμός ενεργοποιούν αρκετά διαφορετικά Β κύτταρα (λευκά αιμοσφαίρια που παράγουν αντισώματα) με αποτέλεσμα να παραχθούν αρκετά διαφορετικά είδη αντισωμάτων. Επομένως, είναι μάλλον απίθανο να εμφανιστεί μία μετάλλαξη η οποία θα επηρεάζει όλα τα παραπάνω αντισώματα.

Τι θα συμβεί όμως αν υπάρχει μερική μείωση της αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων ενάντια στα νέα στελέχη; Αρκετές επιστημονικές ομάδες προσπαθούν σήμερα να διαπιστώσουν αν τα αντισώματα στους ασθενείς που έχουν εμβολιαστεί μπορούν να αναγνωρίσουν τα νέα στελέχη του ιού.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Cambridge εξέτασαν μία μικρή ομάδα εμβολιασμένων ατόμων και διαπίστωσαν ότι υπάρχει κάποιου βαθμού έκπτωση στην ικανότητα των αντισωμάτων να αναγνωρίζουν το στέλεχος από τη Μεγάλη Βρετανία (Β117). Ομοίως, μία έρευνα από τις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι το εμβόλιο έχει μειωμένη αποτελεσματικότητα για το στέλεχος της Νότιας Αφρικής. Τι σημαίνουν όμως τα παραπάνω αποτελέσματα για τα άτομα που έχουν εμβολιαστεί;

Καθώς οι παραπάνω έρευνες έχουν βασιστεί κυρίως σε εργαστηριακά δεδομένα, είναι δύσκολο να προβλέψουμε πως θα επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στους ανθρώπους. Αρχικά, δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ελάχιστος «τίτλος» αντισωμάτων που χρειάζεται για να προσφέρει προστασία από τον ιό. Αν η απόκριση αντισωμάτων που προκαλεί το εμβόλιο είναι «τέλεια» για τον αρχικό ιό και απλά «καλή» ενάντια στα στελέχη, αυτό είναι αρκετό για να προστατεύσει από τη νόσηση; Η αλήθεια είναι ότι ακόμα δεν μπορούμε να δώσουμε απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, ωστόσο τα πρώιμα δεδομένα είναι θετικά, σύμφωνα με τη Moderna.

Δεύτερον, οι έρευνες που έχουν γίνει μέχρι τώρα έχουν εξετάσει αποκλειστικά τα επίπεδα των αντισωμάτων. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι τα Τ λεμφοκύτταρα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην ανοσιακή απόκριση για τον SARS-CoV-2. Αυτή τη στιγμή είναι άγνωστο αν οι μεταλλάξεις του SARS-CoV-2 επηρεάζουν τη δράση των Τ λεμφοκυττάρων. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ο μηχανισμός μέσω του οποίου αναγνωρίζεται ο ιός από τα αντισώματα διαφέρει σε σχέση με τα Τ λεμφοκύτταρα, επομένως είναι λογικό να υποθέσουμε ότι ακόμα κι αν η αποτελεσματικότητα των αντισωμάτων περιοριστεί, αυτό δεν σημαίνει ότι θα συμβεί το ίδιο και με τα Τ λεμφοκύτταρα.

Σήμερα, οι περισσότεροι επιστήμονες συμφωνούν ότι είναι εξαιρετικά απίθανο ο ιός να αποκτήσει ανθεκτικότητα στα εμβόλια με λίγες μόνο μεταλλάξεις. Ωστόσο, οι μεταλλάξεις μπορεί να επηρεάσουν ελαφρώς την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Μία λύση στο παραπάνω πρόβλημα είναι να περιλαμβάνονται περισσότερες πρωτεΐνες του ιού στα εμβόλια, έτσι ώστε να προκαλείται ευρύτερη ανοσιακή απόκριση. Μία άλλη λύση είναι να ενημερώνεται συνεχώς η γενετική αλληλουχία της πρωτεΐνης ακίδας που περιέχουν τα εμβόλια, μία στρατηγική που εξερευνάται σήμερα από τη Moderna.

Σε κάθε περίπτωση, τα μελλοντικά εμβόλια θα πρέπει να είναι αποτελεσματικά ενάντια σε έναν ιό που μεταλλάσσεται συνεχώς και ο πληθυσμός που έχει εμβολιαστεί θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για την εμφάνιση νέων μεταλλάξεων.