Το 2ο κύμα του COVID-19 χαρακτηρίζεται ήδη από σημαντική αύξηση στο συνολικό αριθμό των νέων διαγνώσεων και νοσηλειών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση στα ποσοστά θνητότητας του ιού.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα, η θνητότητα του COVID-19 έχει μειωθεί από την αρχή της πανδημίας.

Η μείωση αυτή δεν έχει μία προφανή εξήγηση, ωστόσο υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που μπορεί να εξηγήσουν σε κάποιο βαθμό το φαινόμενο αυτό, όπως για παράδειγμα η αύξηση της αναλογίας των νέων στον πληθυσμό των ασθενών, η βελτίωση των θεραπειών για τη νόσο, καθώς και ο περιορισμός του συνωστισμού στα νοσοκομεία.

Μολύνονται Περισσότερα Άτομα Νεαρής Ηλικίας

Σύμφωνα με τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα, το μεγαλύτερο ποσοστό νέων κρουσμάτων για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο ήταν στις ηλικίες 20-29 ετών, αντίθετα με την αρχή της πανδημίας όπου τα περισσότερα περιστατικά σημειώθηκαν σε μεγαλύτερες ηλικίες. Συγκεκριμένα, το CDC των ΗΠΑ ανακοίνωσε προσφάτως ότι η μέση ηλικία των ασθενών μειώθηκε από 46 το Μάιο σε 38 τον Αύγουστο.

Ορισμένοι ειδικοί υποστήριξαν ότι η μείωση στα ποσοστά θνητότητας μπορεί να εξηγηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη μεταβολή στις ηλιακές ομάδες που μολύνονται με τον ιό. Μία πρόσφατη προδημοσίευση στο medRxiv έδειξε ότι η σύνδεση ανάμεσα στη θνητότητα της λοίμωξης και την ηλικία είναι εκθετική. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι η θνητότητα του COVID-19 είναι πολύ χαμηλή στα παιδιά και τους νεαρούς ενήλικες (0.002% στην ηλικία των 10 ετών και 0.1% στην ηλικία των 25), ωστόσο αυξάνεται εκθετικά φτάνοντας το 0.4% στην ηλικία των 55 και το 15% στην ηλικία των 85.

Αν και υπάρχουν άλλες θεωρίες που μπορεί να εξηγήσουν επίσης τα μειωμένα ποσοστά θνητότητας, όπως οι καλύτερες θεραπείες και η αποφυγή της διασωλήνωσης στα πρώιμα στάδια, σύμφωνα με τους ειδικούς αυτή τη στιγμή μόνο η ανακατανομή των περιστατικών στις ηλικιακές ομάδες έχει αρκετή στατιστική ισχύ για να δικαιολογήσει τη διατήρηση της θνητότητας σε χαμηλά επίπεδα, παρά την αύξηση των συνολικών κρουσμάτων.

Καλύτερες Προσεγγίσεις στην Αντιμετώπιση του COVID-19

Αρκετές νέες έρευνες έχουν δείξει ότι η θνητότητα του COVID-19 έχει μειωθεί και στους ασθενείς μεγαλυτέρων ηλικιών. Μία μελέτη που εξέτασε περισσότερους από 5.000 ασθενείς με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν στη Νέα Υόρκη, διαπίστωσε ότι η θνητότητα μειώθηκε κατά 18% από την αρχή της πανδημίας και συγκεκριμένα από 26% το Μάρτιο σε 8% τον Αύγουστο.

Σύμφωνα με την παραπάνω έρευνα, ακόμα και μετά την προσαρμογή για τις διαφορές στην ηλικία των ασθενών, η μείωση στον αριθμό των θανάτων παρέμεινε στατιστικώς σημαντική.

«Κατά την ανάλυση των στατιστικών μοντέλων ήταν σαφές ότι η θνητότητα, ακόμα και μετά την προσαρμογή για δημογραφικά στοιχεία, χρόνιες παθήσεις και την αρχική εικόνα των ασθενών, παρουσίασε σημαντική μείωση», υποστήριξε ο Christopher Petrilli, MD, συγγραφέας της έρευνας.

Τα χαμηλότερα ποσοστά θνητότητας στους ηλικιωμένους δείχνουν ότι πιθανώς ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον COVID-19 είναι πλέον καλύτερος σε σχέση με την αρχή της πανδημίας. Οι περισσότεροι γιατροί ακολουθούν πλέον σαφείς οδηγίες για τη θεραπεία των ασθενών, γεγονός που έχει συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στη μείωση της θνητότητας.

Πλέον, όταν ένας ασθενείς διαγιγνώσκεται με COVID-19 οι γιατροί ξέρουν αν ή πότε πρέπει να χορηγήσουν στεροειδή ή ρεμδεσιβίρη, αντίθετα με την αρχή της πανδημίας όπου δεν γνωρίζαμε ποια φάρμακα προσφέρουν οφέλη.

Η διασωλήνωση, για παράδειγμα, ήταν κάτι που γινόταν πολύ γρήγορα στους ασθενείς με συμπτώματα δύσπνοιας, ωστόσο σήμερα πριν τη διασωλήνωση ο ασθενής τοποθετείται σε πρηνή θέση κάτι που έχει διαπιστωθεί ότι βελτιώνει την πρόγνωσή του.

Η δεξαμεθαζόνη ήταν επίσης ένα από τα φάρμακα που εδραιώθηκε αρκετά μετά τα αποτελέσματα κλινικών δοκιμών που έδειξαν ότι μειώνει τα ποσοστά θνητότητας κατά 1/3 στους διασωληνωμένους ασθενείς και κατά 1/5 σε αυτούς που λαμβάνουν συμπληρωματικό οξυγόνο.

Ωστόσο, τα στεροειδή δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τη σημαντική μείωση στα ποσοστά θνητότητας. Ο περιορισμός της επιβάρυνσης των νοσοκομείων σε σχέση με την αρχή της πανδημίας σίγουρα έχει οδηγήσει επίσης στη μείωση του αριθμού των θανάτων. Δεν είναι λίγοι μάλιστα οι ειδικοί που υποστηρίζουν ότι αυτός είναι ο σημαντικότερος παράγοντας που έχει βοηθήσει στη μείωση της θνητότητας.

Περισσότερα Περιστατικά, Περισσότεροι Θάνατοι

Καθώς τα περιστατικά του ιού συνεχίζουν να αυξάνονται παγκοσμίως, αρκετοί ειδικοί ανησυχούν ότι ο απόλυτος αριθμός των θανάτων θα παραμείνει υψηλός σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Αν και η θνητότητα του ιού στις μικρότερες ηλικίες είναι σχετικά χαμηλή, φέτος καταγράφηκαν αρκετοί θάνατοι σε ασθενείς αυτών των ηλικιών. Μία έρευνα που αναρτήθηκε ως προδημοσίευση στο medRxiv έδειξε ότι ο COVID-19 αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτου σε άτομα ηλικίας 25-44 ετών.

Ορισμένες χώρες που επιχείρησαν να προστατεύσουν τους ηλικιωμένους επιτρέποντας στον ιό να κυκλοφορήσει σε μικρότερες ηλικίες, παρατήρησαν σημαντική αύξηση στον αριθμό των θανάτων, κάτι που δεν ήταν αναμενόμενο.

Αυτή τη στιγμή γνωρίζουμε ότι οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς με χρόνιες νόσους και οι έγκυες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο από τον COVID-19, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι όσοι δεν ανήκουν στις παραπάνω ομάδες δεν κινδυνεύουν.

Μέχρι να έχουμε πρόσβαση σε ένα εμβόλιο, είναι σημαντικό να συνεχίσουμε τη χρήση μάσκας και την κοινωνική αποστασιοποίηση. Τα παραπάνω μέτρα μπορούν αποδεδειγμένα να να περιορίσουν το ιικό φορτίο που λαμβάνει ένας ασθενής, με αποτέλεσμα να νοσεί ηπιότερα.