Στην παγκόσμια προσπάθεια που γίνεται σήμερα για τον περιορισμό της πανδημίας του COVID-19, τα τελευταία νέα σχετικά με την ανάπτυξη ενός εμβολίου είναι αρκετά θετικά. Οι κλινικές μελέτες για αρκετά από τα εμβόλια που εξετάζονται έχουν ήδη δημοσιεύσει ενθαρρυντικά, αν και πρώιμα, αποτελέσματα. Με βάση αυτά που γνωρίζουμε σήμερα, φαίνεται ότι τα περισσότερα από τα παραπάνω εμβόλια για τον SARS-CoV-2 θα χρειάζονται ενισχυτικές δόσεις οι οποίες θα πρέπει να χορηγούνται τακτικά. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Όταν ένας παθογόνος μικροοργανισμός εισέρχεται στον οργανισμό, το ανοσοποιητικό σύστημα αντιλαμβάνεται την παρουσία του και δημιουργεί ανοσιακή μνήμη. Έτσι, αν στο μέλλον κληθεί να αντιμετωπίσει ξανά το ίδιο παθογόνο, θα μπορέσει να εκκινήσει μία ταχύτερη απόκριση. Στους περισσότερους λοιμώδεις παράγοντες, όπως οι ιοί, η φυσική λοίμωξη οδηγεί σε μακροχρόνια ανοσιακή μνήμη. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε.

Τα περισσότερα εμβόλια περιλαμβάνουν χορήγηση ενός αδρανοποιημένου λοιμώδη παράγοντα ο οποίος οδηγεί σε ανάπτυξη ανοσιακής μνήμης, χωρίς ωστόσο να προκαλεί νόσηση. Ο τρόπος που επιτυγχάνεται ο παραπάνω στόχος διαφέρει ανάλογα με τη φύση του εκάστοτε παθογόνου καθώς και από αυτά που γνωρίζουμε για το κάθε μικρόβιο.

Δύο Είδη Εμβολίων

Ορισμένα εμβόλια παράγονται μέσω εξασθένισης του λοιμώδη παράγοντα έτσι ώστε να διατρέχει τον κύκλο ζωής του μετά τη χορήγησή του σε έναν ασθενή, χωρίς ωστόσο να προκαλεί νόσηση. Το σκεπτικό είναι ότι η χορήγηση του παραπάνω παράγοντα θα εκκινήσει τη φυσική ανοσιακή απόκριση και θα οδηγήσει σε μακροχρόνια ανοσία χωρίς ο ασθενής να νοσήσει.

Ο παραπάνω μηχανισμός αποτελεί τη βάση αρκετών εμβολίων, μεταξύ των οποίων και του MMR (ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα). Το παραπάνω εμβόλιο περιέχει ζωντανά αλλά εξασθενημένα μικρόβια που προκαλούν τις παραπάνω λοιμώξεις. Τα παιδιά λαμβάνουν δύο δόσεις του εμβολίου με διαφορά λίγων ετών. Η δεύτερη δόση χορηγείται για να διασφαλιστεί ότι το ανοσοποιητικό σύστημα έχει πράγματι δημιουργήσει ανοσιακή μνήμη. Κατά συνέπεια, η επαναληπτική δεν αποτελεί ενισχυτική δόση άλλα ουσιαστικά μία δεύτερη δόση που διασφαλίζει ότι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου δεν επηρεάστηκε από άλλες λοιμώξεις της παιδικής ηλικίας ή από το γεγονός ότι το ανοσοποιητικό σύστημα ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως.

Η προσέγγιση που χρησιμοποιεί το εμβόλιο MMR είναι δυνατή καθώς οι ιοί που προκαλούν τις 3 λοιμώξεις έχουν μελετηθεί εκτενώς και οι ιολόγοι γνωρίζουν πως αλληλεπιδρούν με το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου. Ωστόσο, η ανάπτυξη ενός ασφαλούς και αποτελεσματικού εμβολίου χρειάζεται συνήθως αρκετά χρόνια, επομένως αυτή τη στιγμή οι επιστήμονες εξετάζουν αρκετές διαφορετικές προσεγγίσεις για το εμβόλιο του SARS-CoV-2. Μία άλλη εξίσου αποτελεσματική προσέγγιση χρησιμοποιεί αδρανοποιημένους και όχι εξασθενημένους, ζωντανούς ιούς.

Τόσο το εμβόλιο της πολιομυελίτιδας όσο και το εμβόλιο της γρίπης περιλαμβάνουν αδρανοποιημένους ιούς. Το αρνητικό των παραπάνω εμβολίων είναι ότι η ανοσία που προκαλούν δεν έχει μεγάλη διάρκεια, επομένως χρειάζονται συχνά ενισχυτικές δόσεις.

Συγκεκριμένα, στην εποχική γρίπη, οι συνεχείς μεταλλάξεις του ιού καθιστούν απαραίτητη τη χορήγηση ενός νέου εμβολίου ετησίως. Ωστόσο, ακόμα κι αν ο ιός δεν παρουσίαζε μεταλλάξεις, θα έπρεπε και πάλι να γίνουν ενισχυτικές δόσεις καθώς η ανοσιακή μνήμη φθίνει σχετικά γρήγορα.

Στην πολιομυελίτιδα, οι περισσότερες χώρες χρησιμοποιούν πλέον ένα εμβόλιο με αδρανοποιημένους ιούς. Καθώς η νόσος έχει σχεδόν εξαλειφθεί πλήρως, συνήθως αρκεί μία δόση του εμβολίου πριν το παιδί αρχίσει να κυκλοφορεί και να έρχεται σε επαφή με άλλα άτομα. Αν ωστόσο παρουσιαστεί επιδημία, τότε όλοι θα χρειαστούν ενισχυτική δόση.

Πώς θα είναι το Εμβόλιο για τον COVID-19;

Το εμβόλιο για τον COVID-19 που αναπτύσσετε από τη Γαλλική εταιρία Valneva περιέχει αδρανοποιημένους ιούς. Αν αποδειχτεί ότι μπορεί να προστατεύσει από τον SARS-CoV-2, τότε θα βοηθήσει σημαντικά στον περιορισμό της πανδημίας.

Ωστόσο, το παραπάνω εμβόλιο θα χρειαστεί πιθανώς ενισχυτικές δόσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα (ετησίως) προκειμένου να διασφαλιστεί η διατήρηση της ανοσιακής μνήμης. Για παράδειγμα, σε μία τοπική επιδημία, όλοι οι κάτοικοι θα πρέπει να λάβουν μία δόση του εμβολίου προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση του ιού.

Μία άλλη προσέγγιση περιλαμβάνει αφαίρεση ενός τμήματος του γενετικού υλικού του SARS-CoV-2 το οποίο γνωρίζουμε ότι μπορεί να προκαλέσει ανοσιακή απόκριση και τοποθέτησή του σε έναν άλλο ιό-φορέα ο οποίος δεν προκαλεί νόσηση στον άνθρωπο.

Το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β περιέχει ένα τμήμα από το γενετικό υλικό του ιού το οποίο εκφράζει ένα αντιγόνο της εξωτερικής επιφάνειάς του. Το τμήμα αυτό έχει εισαχθεί στο γονιδίωμα ενός ακίνδυνου μύκητα ο οποίος χορηγείται σε μορφή εμβολίου. Καθώς ο μύκητας πολλαπλασιάζεται μετά τη χορήγηση του εμβολίου, παράγει επίσης το αντιγόνο της επιφανείας του ιού, με αποτέλεσμα να προκαλεί ανοσιακή απόκριση από τον οργανισμό. Το εμβόλιο αυτό χορηγείται σε 3 δόσεις σε ένα διάστημα 6 μηνών, ενώ γίνεται και μία ενισχυτική δόση περίπου 5 χρόνια αργότερα.

Το εμβόλιο του COVID-19 που αναπτύσσεται από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που έχει ήδη δείξει θετικά δείγματα στις πρώτες κλινικές μελέτες, χρησιμοποιεί ένα παρόμοιο μηχανισμό με τον παραπάνω. Συγκεκριμένα, οι επιστήμονες έχουν απομονώσει το κομμάτι του γενετικού υλικού που εκφράζει την πρωτεΐνη spike, το οποίο και εισήγαγαν σε έναν ακίνδυνο ιό.

Κατά συνέπεια, αν αυτό το εμβόλιο τελικά κυκλοφορήσει, η αρχική του χορήγηση θα πρέπει να ακολουθείται από 1 ή 2 ενισχυτικές δόσεις με διαφορά λίγων μηνών, αντίστοιχα με το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β. Προς το παρόν δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η διάρκεια της προστασίας που προσφέρει το εμβόλιο, ωστόσο κρίνοντας από την ηπατίτιδα Β μπορεί να φτάνει και λίγα χρόνια. Η διάρκεια αυτή ενδεχομένως θα είναι αρκετή για τον περιορισμό της εξάπλωσης του SARS-CoV-2 παγκοσμίως.

Η ανάγκη χορήγησης ενισχυτικής δόσης κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αποτελέσει εμπόδιο στη μαζική χορήγηση του εμβολίου, όπως έχει δείξει η μέχρι σήμερα εμπειρία μας με τα εμβόλια της ηπατίτιδας Β, του MMR και της γρίπης.

Ωστόσο, θα χρειαστεί μία συντονισμένη προσπάθεια προκειμένου να παραχθούν δισεκατομμύρια δόσεις οι οποίες θα διατεθούν σε όλες τις χώρες. Το εμβόλιο θα πρέπει ιδανικά να μπει στο πρόγραμμα εμβολιασμών και οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους πολίτες τους να κάνουν τόσο την πρώτη όσο και την ενισχυτική δόση. Είναι επίσης σημαντικό να παρακολουθήσουν την πορεία αυτών που θα λάβουν το εμβόλιο για να διασφαλιστεί ότι λειτουργεί σωστά.

Αν επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος, το εμβόλιο του COVID-19 σύντομα θα αποτελέσει κομμάτι της τακτικής ενασχόλησης με την υγεία μας, όπως για παράδειγμα η επίσκεψη στον οδοντίατρο.

Βιβλιογραφία: The Conversation