Οι θάνατοι από το νέο κοροναϊό έχουν αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες ημέρες στην Ιταλία, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουν διαπιστωθεί πλέον 827 θάνατοι από συνολικά 12.462 επιβεβαιωμένα περιστατικά. Γιατί όμως ο αριθμός των θανάτων είναι τόσο υψηλός;

Μετά την Κίνα, η Ιταλία έχει πλέον τον υψηλότερο αριθμό θανάτων από τον COVID-19, δηλαδή τη νόσο που προκαλεί ο νέος κοροναϊός. Το ποσοστό θνησιμότητας από τη νόσο στην Ιταλία είναι αυτή τη στιγμή λίγο πάνω από 6.5%, δηλαδή πολύ υψηλότερο από το 3.4% που έχει παρατηρηθεί παγκοσμίως.

Ένας παράγοντας που έχει ενοχοποιείται πιθανώς για τα υψηλά ποσοστά θανάτων από τον κοροναϊό στην Ιταλία είναι η ηλικία του πληθυσμού. Σύμφωνα με επιδημιολογικά δεδομένα, η Ιταλία έχει τον γηραιότερο πληθυσμό στην Ευρώπη, με το 23% περίπου των κατοίκων να έχουν ηλικία άνω των 65 ετών. Η μέση ηλικία της Ιταλίας είναι τα 47.3 χρόνια, ενώ στις ΗΠΑ η μέση ηλικία είναι 38.3. Οι περισσότεροι θάνατοι στην Ιταλία έχουν παρατηρηθεί σε ηλικιωμένους άνω των 80, δηλαδή στον πληθυσμό που γνωρίζουμε ότι διατρέχει τον υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών από τον COVID-19.

Η συνολική θνησιμότητα εξαρτάται πάντοτε από τα δημογραφικά στοιχεία ενός πληθυσμού, είπε η Aubree Gordon, βοηθός καθηγητή επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Για το ποσοστό θνησιμότητας από τον κοροναϊό στην Ιταλία (6.5%) δεν έχει γίνει προσαρμογή ανάλογα με τους δημογραφικούς παράγοντες του πληθυσμού, μεταξύ των οποίων και η ηλικία, όπως πρόσθεσε.

Αν λάβουμε υπόψη μας τη μέση ηλικία του πληθυσμού της Ιταλίας, καταλαβαίνουμε ότι «είναι αναμενόμενο τα ποσοστά θνησιμότητας να είναι υψηλότερα, αν θεωρήσουμε ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες δεν έχουν σοβαρές διαφοροποιήσεις», συγκριτικά με μία χώρα που έχει νεαρότερο πληθυσμό, είπε η Gordon.

Ένας άλλος παράγοντας που πιθανώς ενοχοποιείται για το υψηλό ποσοστό θνησιμότητας είναι το γεγονός ότι, με την ηλικία, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης κάποιας χρόνιας νόσου που επηρεάζει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, όπως ο καρκίνος και ο διαβήτης, είπε η Krys Johnson, μία επιδημιολόγος από το Temple University College of Public Health. Οι παραπάνω νόσοι αυξάνουν τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από τον κοροναϊό, πρόσθεσε.

Ένα άλλο θέμα είναι ο αριθμός των ασθενών σε μία περιοχή που χρειάζονται νοσηλεία. Ο υπερβολικός αριθμός ασθενών από τη νόσο μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση του συστήματος υγείας με αποτέλεσμα τα νοσοκομεία να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν. Ως αποτέλεσμα, αυξάνεται σημαντικά η πιθανότητα νοσοκομειακής μετάδοσης του ιού, γεγονός που πολλαπλασιάζει τον αριθμό των ασθενών, είπε η Gordon. Όπως τόνισε, κάτι αντίστοιχο συνέβη και στο Wuhan, δηλαδή την περιοχή απ’ όπου ξεκίνησε η επιδημία του κοροναϊού. Μία πρόσφατη μελέτη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας έδειξε ότι τα ποσοστά θνησιμότητας από τον COVID-19 ήταν 5.8% στο Wuhan και 0.7% στην υπόλοιπη χώρα.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρκετά ήπια περιστατικά του COVID-19 δεν διαγιγνώσκονται ποτέ. Επομένως, καθώς εξετάζονται όλο και περισσότερα άτομα με αποτέλεσμα να διαγιγνώσκονται αρκετά ήπια περιστατικά, το ποσοστό θνησιμότητας θα μειωθεί, είπε η Gordon. Κάτι αντίστοιχο παρατηρήθηκε και στη Νότια Κορέα. Όταν εξετάστηκαν περισσότερα από 140.000 άτομα, το ποσοστό θνησιμότητας μειώθηκε στο 0.6%.

«Δεν γνωρίζουμε ακόμα τον ακριβή αριθμό των ασθενών που έχουν μολυνθεί με τον ιό», είπε η Johnson. Οι ασθενείς με ήπια συμπτώματα, ή οι ασθενείς νεαρότερης ηλικίας δεν κάνουν συνήθως εξετάσεις για να διαπιστωθεί η παρουσία του ιού, πρόσθεσε. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας, το πραγματικό ποσοστό θνησιμότητας στην Ιταλία είναι πιθανώς αρκετά κοντά στο ποσοστό θνησιμότητας που παρατηρείται παγκοσμίως (3.4%).

Βιβλιογραφία: Scientific American