Η ανάπτυξη και κυκλοφορία ενός εμβολίου για τον COVID-19 μέχρι το τέλος του έτους αποτελεί ένα στόχο που αρκετοί άνθρωποι προσδοκούν με ενθουσιασμό. Αν και ένα εμβόλιο θα περιορίσει σίγουρα σε μεγάλο βαθμό την πανδημία, είναι σημαντικό η ανάπτυξη να ακολουθήσει όλα τα απαιτούμενα στάδια, καθώς η παράκαμψη ορισμένων από αυτά μπορεί να προκαλέσει προβλήματα και αμφιβολίες αναφορικά με την ασφάλεια, κυρίως, του εμβολίου.

Η συρρίκνωση της διάρκειας των ερευνών και η βιαστική έγκριση των εμβολίων μπορεί να εκθέσουν το κοινό σε αχρείαστους κινδύνους. Αν και οι προκλινικές δοκιμές που έχουν ως στόχο να εξετάσουν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των νέων εμβολίων περιλαμβάνουν συνήθως δεκάδες χιλιάδες εθελοντές, δεν γνωρίζουμε σήμερα αν ο αριθμός αυτός θα είναι αρκετά μεγάλος ή αν η διάρκεια των μελετών θα είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζει την ασφάλεια ενός εμβολίου που θα χορηγηθεί σε δισεκατομμύρια άτομα παγκοσμίως. Καταλαβαίνουμε ότι αν το νέο εμβόλιο προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες με συχνότητα 1 στους 1000, αυτό σημαίνει ότι αν χορηγηθεί σε 100 εκατομμύρια άτομα, τα 100.000 θα παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες.

Εκτός από τις αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια του εμβολίου, υπάρχουν και άλλοι λόγοι να είμαστε σκεπτικοί, ειδικά για τον COVID-19. Ορισμένα εμβόλια μπορεί να επιδεινώσουν τη λοίμωξη αντί να προστατεύσουν από τον ιό, ένα γεγονός γνωστό ως αντιγονοεξαρτώμενη ενίσχυση (ADE). Η παραπάνω, έχει παρατηρηθεί αρκετά στο παρελθόν σε προσπάθειες ανάπτυξης εμβολίων για τους άλλους κορονοϊούς. Ένα γεγονός που προκαλεί ανησυχία είναι ότι τα χαρακτηριστικά αντισώματα της ADE έχουν παρατηρηθεί στο αίμα ορισμένων ασθενών με COVID-19. Κατά συνέπεια, η ανησυχία αυτή είναι δικαιολογημένη. Μόλις το 2016, το εμβόλιο Dengavxia, το οποίο είχε σχεδιαστεί για την πρόληψη του δάγγειου πυρετού στα παιδιά, τελικά προκάλεσε αύξηση στα ποσοστά νοσηλείας στα παιδιά που χορηγήθηκε.

Αρκετά ερωτήματα αφορούν επίσης την αποτελεσματικότητα ενός νέου εμβολίου. Από τα περιορισμένα δεδομένα που είναι διαθέσιμα σήμερα, φαίνεται ότι αρκετά εμβόλια δεν έχουν την ικανότητα να προστατεύσουν τους ασθενείς από τη λοίμωξη. Αυτή τη στιγμή, τα περισσότερα εμβόλια που εξετάστηκαν σε πιθήκους δεν κατάφεραν να προστατεύσουν τα πειραματόζωα από τη λοίμωξη στις ρινικές οδούς, δηλαδή τον κύριο τρόπο μετάδοσης του ιού στον άνθρωπο. Η αποτυχία των εμβολίων να προστατεύσουν τους πιθήκους από τη λοίμωξη δεν αποτελεί έκπληξη, καθώς οι προσπάθειες ανάπτυξης εμβολίων για τους ιούς SARS και MERS είχαν αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα.

Ένα θετικό είναι ότι αρκετά από τα εμβόλια που εξετάζονται έχουν καταφέρει να προκαλέσουν ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση. Ωστόσο, προς το παρόν δεν γνωρίζουμε αν αυτή μπορεί να προστατεύσει τον άνθρωπο από τη λοίμωξη, καθώς τα πειραματόζωα δεν νοσούν σημαντικά από τον COVID-19 ούτε παρουσιάζουν απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές, ακόμα κι αν μολυνθούν ταυτόχρονα από 3 οδούς (ρίνα, πνεύμονες και ορθό). Επιπλέον, καθώς αρκετά από τα σοβαρά συμπτώματα του COVID-19 εμφανίζονται αργά στην πορεία της νόσου (σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμα και 4 ή 5 εβδομάδες μετά τη μόλυνση με τον ιό), σε ορισμένες περιπτώσεις αν δεν γίνουν οι κατάλληλες έρευνες δεν θα καταφέρουμε να επιβεβαιώσουμε την αποτελεσματικότητα του εμβολίου ούτε ως προς τον περιορισμό των συμπτωμάτων.

Η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου θα πρέπει επίσης να ξεπεράσει και άλλα εμπόδια. Για παράδειγμα, με την ηλικία μειώνεται η απόκριση του οργανισμού στα εμβόλια. Η αποτελεσματικότητα των εμβολίων ξεκινά να εκπίπτει από τα 30 και συνεχίζει να μειώνεται με την ηλικία, κάτι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς ο ιός είναι περισσότερο επικίνδυνος για τους ασθενείς άνω των 60. Συχνά, τα εμβόλια για τους ηλικιωμένους περιλαμβάνουν ενισχυτικούς παράγοντες ή χορηγούνται σε περισσότερες δόσεις. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε στείρα κινδύνων για τα άτομα της τρίτης ηλικίας.

Καταλαβαίνουμε, κατά συνέπεια, ότι η ανάπτυξη ενός εμβολίου δεν θα πρέπει να επισπευσθεί αν υπάρχει ενδεχόμενο να μην προσφέρει οφέλη στους πληθυσμούς  που το χρειάζονται περισσότερο ή αν μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες σε υγιή άτομα. Ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών ή η μειωμένη αποτελεσματικότητα δεν αποτελούν, ωστόσο, τα μοναδικά προβλήματα από την ταχεία έγκριση ενός εμβολίου. Η εμπιστοσύνη αρκετών ανθρώπων στα εμβόλια έχει ήδη μειωθεί και ένα αποτυχημένο εμβόλιο για τον COVID-19 θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερες αμφιβολίες και για άλλα εμβόλια που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Αν και όλοι προσδοκούμε το τέλος της πανδημίας, αξίζει να περιμένουμε για ένα ασφαλές και αποτελεσματικό εμβόλιο που θα προστατεύσει όλο το πληθυσμό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχουν και άλλοι μέθοδοι για τον περιορισμό της πανδημίας, όπως για παράδειγμα η εφαρμογή των μέτρων ατομικής προστασίας, η εξέταση του πληθυσμού και η αναζήτηση των επαφών κάθε κρούσματος. Οι παραπάνω προσεγγίσεις σε συνδυασμό με την καραντίνα ή την απαγόρευση της κυκλοφορίας (όπου κρίνεται απαραίτητη) μπορούν να σταματήσουν την εξάπλωση του ιού μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Επιπλέον, φαίνεται ότι μέχρι το τέλος του έτους θα υπάρχουν τρόποι για την αντιμετώπιση της νόσου στα άτομα που κινδυνεύουν περισσότερο. Οι θεραπείες μονοκλωνικών αντισωμάτων, τα αντιιικά φάρμακα ή ένας συνδυασμός των δύο, εξετάζονται σήμερα ως προς την αποτελεσματικότητά τους στην αντιμετώπιση του COVID-19 και σύντομα θα γνωρίζουμε αν μπορούν πράγματι να προστατεύσουν τους ασθενείς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πανδημία πρέπει να τερματιστεί το ταχύτερο δυνατό. Η παγκόσμια οικονομία έχει δεχθεί ένα ισχυρότατο πλήγμα ενώ εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει τις δουλειές τους. Ωστόσο, το κόστος ενός αποτυχημένου εμβολίου μπορεί να είναι μεγαλύτερο από τα παραπάνω προβλήματα. Μέχρι να είμαστε βέβαιοι ότι ένα νέο εμβόλιο είναι αποτελεσματικό και μπορεί να χορηγηθεί με ασφάλεια στον παγκόσμιο πληθυσμό, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα διαθέσιμα όπλα που έχουμε για τον περιορισμό εξάπλωσης της πανδημίας. Το σημαντικότερο ρόλο στην επίτευξη του παραπάνω στόχου έχει η ιατρική κοινότητα, η οποία πρέπει να ενημερώσει το κοινό για τη σημαντικότητα των μέτρων πρόληψης και να διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο τα διαθέσιμα φάρμακα για την αντιμετώπιση του ιού.

Βιβλιογραφία: Scientific American