Από την αρχή της πανδημίας μία ευρέως διαδεδομένη αντίληψη υποστήριζε ότι το καλοκαίρι και η άνοδος της θερμοκρασίας θα συμβάλλουν στη μείωση των περιστατικών του COVID-19. Η παραπάνω θεωρία ήταν βάσιμη καθώς αναπνευστικές λοιμώξεις, όπως το κοινό κρυολόγημα, παρουσιάζουν σημαντική μείωση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τι έδειξαν όμως τελικά τα δεδομένα για τον καιρό και τον COVID-19;

Μία έρευνα θέλησε να εξετάσει τη σύνδεση ανάμεσα στη θερμοκρασία του περιβάλλοντος και τον αριθμό των επιβεβαιωμένων περιστατικών του COVID-19. Αρκετοί επιστήμονες παγκοσμίως έχουν προσπαθήσει να δώσουν απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, με ορισμένους να λαμβάνουν θέση δημοσίως πάνω στο ζήτημα. Οι έρευνες, ωστόσο, έχουν καταλήξει σε αντικρουόμενα αποτελέσματα σχετικά με τις επιδράσεις του καιρού τόσο στη εξάπλωση όσο και στη σοβαρότητα της λοίμωξης από COVID-19.

Η παρούσα μελέτη έδειξε ότι, καθώς τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τον αριθμό των περιστατικών δεν είναι ακριβή, είναι αδύνατο να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν η εξάπλωση του COVID-19 επηρεάζεται από τον καιρό. Η ανακρίβεια των παραπάνω δεδομένων επηρεάζει επίσης και τα αποτελέσματα των αναλύσεων που εξετάζουν τη συμβολή άλλων παραγόντων στην εξάπλωση του COVID-19.

Το Πρόβλημα με τα Δεδομένα

Τα διαθέσιμα δεδομένα για τον COVID-19 σήμερα αφορούν μόνο επιβεβαιωμένα περιστατικά. Προκειμένου να καταγραφεί ένα περιστατικό, ο ασθενής πρέπει να προσέλθει στο νοσοκομείο, να κάνει εξετάσεις για τον ιό και τα αποτελέσματα να βγουν θετικά.

Ωστόσο, καθώς σήμερα δεν γίνονται επαρκείς εξετάσεις, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιος είναι ο ακριβής αριθμός των ασθενών που έχουν μολυνθεί με τον ιό. Στα πρώιμα στάδια της πανδημίας, αρκετά περιστατικά COVID-19 μπορεί να είχαν αποδοθεί σε κοινό κρυολόγημα ή πνευμονία, καθώς τα συμπτώματα των παραπάνω παθήσεων παρουσιάζουν αλληλοεπικάλυψη και οι εξετάσεις για τον ιό ήταν ακόμα σχετικά σπάνιες.

Ας εξετάσουμε για παράδειγμα την Ινδονησία. Η χώρα αυτή έχει πληθυσμό 273 εκατομμύρια, ωστόσο μέχρι το Μάιο είχαν γίνει συνολικά μόλις 70.000 τεστ για COVID-19. Καθώς δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιος είναι ο ακριβής αριθμός των περιστατικών, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την εξάπλωση του ιού.

Ένα άλλο, πιο σύνθετο πρόβλημα με τα δεδομένα είναι ότι η μεταβολή του αριθμού των επιβεβαιωμένων περιστατικών μπορεί να προέρχεται από τον τρόπο που επιλέγονται οι ασθενείς που θα κάνουν εξετάσεις για τον ιό. Ειδικότερα, οι παράγοντες που πιθανώς επηρεάζουν την εξάπλωση του ιού, όπως ο καιρός, μπορεί να επηρεάζουν επίσης τον αριθμό των ασθενών που κάνουν εξετάσεις.

Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι οι συχνότερες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, όπως η γρίπη και το κοινό κρυολόγημα, επηρεάζονται από τον καιρό και οι ασθενείς που πάσχουν από αυτές έχουν αυξημένη πιθανότητα να ζητήσουν εξετάσεις για COVID-19 καθώς τα συμπτώματά τους μοιάζουν με αυτά που προκαλεί ο SARS-CoV-2. Κατά συνέπεια, ανάλογα με τον καιρό, μπορεί να υπάρχει αυξημένος αριθμός ασθενών που ζητούν να κάνουν εξετάσεις για COVID-19, χωρίς να πάσχουν από τη νόσο.

Αν και δεν γνωρίζουμε ποια είναι η έκταση των παραπάνω φαινομένων, η ουσία είναι ότι καθιστούν αδύνατη την εκτίμηση της επίδρασης του καιρού στην εξάπλωση του COVID-19. Παρά το γεγονός ότι σήμερα γίνονται περισσότερες εξετάσεις COVID-19, η επιλογή των ασθενών γίνεται ανάλογα με τα συμπτώματά τους. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των ασθενών που εξετάζεται επηρεάζεται από τα ποσοστά άλλων λοιμώξεων του αναπνευστικού που σχετίζονται με τον καιρό.

Ο καιρός μπορεί να επηρεάσει επίσης τις εξετάσεις και με άλλο τρόπο. Για παράδειγμα, μπορεί να αυξήσει τον αριθμό των ασθενών που νοσηλεύονται για αναπνευστικές λοιμώξεις με αποτέλεσμα να περιοριστεί η ικανότητα των νοσοκομείων να κάνουν εξετάσεις για τον SARS-CoV-2.

Για τους αναλυτές, η αύξηση του αριθμού των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων αντανακλά μία αύξηση των λοιμώξεων, ωστόσο στην πραγματικότητα μπορεί να αποδίδεται σε άλλους παράγοντες. Αν προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τις επιδράσεις του καιρού στην εξάπλωση του COVID-19 χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τον αριθμό των επιβεβαιωμένων περιστατικών, είναι βέβαιο ότι θα καταλήξουμε σε λανθασμένα αποτελέσματα.

Ποιες Άλλες Αναλύσεις Επηρεάζονται

Η παρούσα μελέτη έδειξε επίσης ότι αντίστοιχα προβλήματα παρατηρούνται κατά τις προσπάθειες εκτίμησης της επίδρασης άλλων παραγόντων στον COVID-19, όπως για παράδειγμα τα μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας. Αυτό συμβαίνει γιατί οι περισσότεροι παράγοντες που επηρεάζουν την εξάπλωση του ιού, επηρεάζουν επίσης τον αριθμό των ασθενών που κάνουν εξετάσεις γι’ αυτόν, γεγονός που οδηγεί σε ανακριβή αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, οι έρευνες που εξέτασαν την αποτελεσματικότητα των μέτρων για τον περιορισμό της πανδημίας αντιμετώπισαν παρόμοια ζητήματα, καθώς συνήθως η έναρξη της εφαρμογής μέτρων (απαγόρευση της κυκλοφορίας, κλπ) συνοδεύτηκε από αύξηση των διαγνωστικών εξετάσεων.

Κατά συνέπεια, θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων από έρευνες που χρησιμοποίησαν μόνο τον αριθμό των περιστατικών ως κριτήριο για να εξετάσουν τις επιδράσεις διαφόρων παραγόντων (όπως ο καιρός) στην εξάπλωση του COVID-19. Αυτό πιθανώς αφορά και έρευνες που χρησιμοποίησαν τον αριθμό των θανάτων από τον ιό ως δεδομένο.

Αν και τα δεδομένα για τα περιστατικά του COVID-19 καθιστούν δύσκολο να εκτιμήσουμε τις επιδράσεις του καιρού στην εξάπλωση της νόσου, είναι πλέον προφανές ότι ο ιός έχει πλέον εξαπλωθεί και σε χώρες με πολύ θερμό καιρό, όπως το Εκουαδόρ, η Βραζιλία και η Ινδία.

Καθώς σήμερα δεν γνωρίζουμε ακόμη πως πραγματικά επηρεάζεται η εξάπλωση του COVID-19 από τον καιρό, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να τηρούμε τα μέτρα πρόληψης, όπως η κοινωνική αποστασιοποίηση και η χρήση μάσκας κατά τις καλοκαιρινές μας διακοπές.

Βιβλιογραφία: The Conversation