Η νόσηση από COVID-19 μπορεί να διαφέρει σημαντικά στον κάθε ασθενή. Σε ορισμένους είναι εντελώς ασυμπτωματική, ενώ σε άλλους είναι απειλητική για τη ζωή. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες ευπαθείς ομάδες που κινδυνεύουν περισσότερο από τις σοβαρές επιδράσεις του ιού.

Οι άνδρες, οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με συνυπάρχουσες παθήσεις, όπως ο διαβήτης και η παχυσαρκία, για παράδειγμα, νοσούν συνήθως σοβαρότερα από τον ιό.

Αν και διάφοροι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19, όπως για παράδειγμα η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, η έκθεση στο εργασιακό περιβάλλον ή περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση, είναι πλέον σαφές ότι για αρκετές από τις παραπάνω ευπαθείς ομάδες, η φλεγμονή, δηλαδή ένα κομμάτι της απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος, μπορεί να εξηγήσει γιατί νοσούν σοβαρά.

Ειδικότερα, έχει διαπιστωθεί σήμερα ότι ο διαβήτης, η παχυσαρκία, η ηλικία και το φύλο, σχετίζονται στο σύνολό τους με την παθολογική απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος στον ιό SARS-CoV-2.

Υπερβολική Φλεγμονή

Ένα κοινό χαρακτηριστικό που παρατηρείται σε αρκετούς ασθενείς που νοσούν σοβαρά από COVID-19 είναι οι σοβαρές βλάβες στον πνεύμονα οι οποίες προκαλούνται από την ανεξέλεγκτη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η τελευταία χαρακτηρίζεται από την υπερβολική παραγωγή φλεγμονωδών ουσιών που λέγονται κυτταροκίνες, ένα φαινόμενο γνωστό ως καταιγίδα κυτταροκινών.

Οι κυτταροκίνες αποτελούν ισχυρά όπλα στην ανοσιακή απόκριση: για παράδειγμα, μπορούν να σταματήσουν τον πολλαπλασιασμό των ιών. Ωστόσο, ορισμένες δράσεις των κυτταροκινών, όπως για παράδειγμα η προσέλκυση άλλων ανοσιακών κυττάρων ή η υποστήριξη της δράσης των τελευταίων, μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές βλάβες, εφόσον συνεχίζονται ανεξέλεγκτα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην καταιγίδα κυτταροκινών.

Αρκετά λευκά αιμοσφαίρια παράγουν κυτταροκίνες, ωστόσο αυτά που ενοχοποιούνται περισσότερο για τις καταιγίδες κυτταροκινών φαίνεται ότι είναι τα μονοκύτταρα και τα μακροφάγα. Όταν η λειτουργία των παραπάνω κυττάρων είναι ελεγχόμενη, μπορούν να ανιχνεύσουν και να καταστρέψουν τα παθογόνα, να απομακρύνουν τα υπολείμματα, να επιδιορθώσουν τις βλάβες στους ιστούς και να προσελκύσουν νέα κύτταρα όπου χρειάζεται.

Ωστόσο, στους ασθενείς που νοσούν σοβαρά από COVID-19, τα μονοκύτταρα και τα μακροφάγα δυσλειτουργούν, κάτι που παρατηρείται συχνότερα στους ασθενείς με παχυσαρκία και διαβήτη.

Η Γλυκόζη Ενισχύει τις Βλάβες

Ο διαβήτης, όταν δεν είναι ρυθμισμένος, χαρακτηρίζεται από υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα. Μία πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι, στον COVID-19, τα μακροφάγα και τα μονοκύτταρα ανταποκρίνονται αρνητικά στα υψηλά επίπεδα της γλυκόζης.

Ο ιός που προκαλεί τον COVID-19, δηλαδή ο SARS-CoV-2, χρειάζεται ένα στόχο προκειμένου να προσκολληθεί και να εισέλθει στα κύτταρα. Για το σκοπό αυτό προσδένεται συνήθως σε μία πρωτεΐνη της επιφανείας των κυττάρων που λέγεται ACE2. Η γλυκόζη αυξάνει τα επίπεδα της ACE2 των μακροφάγων και των μονοκυττάρων, γεγονός που επιτρέπει ουσισαστικά στον ιό να μολύνει τα κύτταρα που χρησιμοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα για να τον αντιμετωπίσει.

Μόλις ο ιός βρεθεί στο εσωτερικό των κυττάρων αυτών, προκαλεί αυξημένη παραγωγή φλεγμονωδών κυτταροκινών, εκκινώντας ουσιαστικά την καταιγίδα. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα της γλυκόζης, τόσο πιο εύκολα μπορεί να πολλαπλασιαστεί ο ιός.

Ωστόσο, οι βλάβες του ιού δεν σταματούν εδώ. Ο ιός επάγει επίσης την παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου (reactive oxygen species) από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι ουσίες αυτές είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για τους πνεύμονες. Εκτός από τις παραπάνω επιδράσεις, ο ιός περιορίζει επίσης την ικανότητα των λεμφοκυττάρων να τον αναγνωρίζουν και να τον καταστρέφουν.

Η παχυσαρκία προκαλεί επίσης αύξηση των επιπέδων της γλυκόζης στον οργανισμό και, αντίστοιχα με το διαβήτη, επηρεάζει τόσο την ενεργοποίηση των μακροφάγων όσο και αυτή των μονοκυττάρων. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα μακροφάγα των παχυσάρκων ασθενών αποτελούν ιδανικό περιβάλλον για τον πολλαπλασιασμό του SARS-CoV-2.

Άλλοι Κίνδυνοι από τη Φλεγμονή

Αντίστοιχες φλεγμονώδεις βλάβες με αυτές που προκαλούνται από το διαβήτη και την παχυσαρκία έχουν παρατηρηθεί επίσης και στους ηλικιωμένους. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται στη φλεγμονογήρανση (inflammageing).

Η φλεγμονογήρανση χαρακτηρίζεται από αυξημένα επίπεδα προφλεγμονωδών κυτταροκινών. Επηρεάζεται από μία σειρά παράγοντες, όπως η κληρονομικότητα, το μικροβίωμα του ανθρώπου και η παχυσαρκία.

Αρκετοί ηλικιωμένοι έχουν επίσης χαμηλότερο αριθμό λεμφοκυττάρων, των κυττάρων δηλαδή που στοχεύουν ειδικά και καταστρέφουν τους ιούς.

Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένους ηλικιωμένους, έχει διαταραχθεί  η φυσιολογική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ υπάρχει και αυξημένη πιθανότητα να παρουσιαστεί επιβλαβής ανοσιακή απόκριση. Ο μειωμένος αριθμός των λεμφοκυττάρων μπορεί να επηρεάσει επίσης την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού, κάτι που σίγουρα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όταν θα αρχίσει να χορηγείται μαζικά στον πληθυσμό ένα εμβόλιο.

Ένα άλλο θέμα που έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα αφορά τα υψηλότερα ποσοστά των ανδρών που νοσούν σοβαρά από τον ιό. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι οι άνδρες προσβάλλονται ευκολότερα από τον ιό σε σχέση με τις γυναίκες. Ο υποδοχέας ACE2 που χρησιμοποιεί ο ιός για να εισέλθει στα κύτταρα εκφράζεται περισσότερο στους άνδρες. Οι άνδρες έχουν επίσης υψηλότερες ποσότητες του ενζύμου TMPRSS2, το οποίο βοηθά τον ιό να μολύνει τα κύτταρα.

Η ανοσολογία έχει προσφέρει κάποια δεδομένα που μπορούν επίσης να εξηγήσουν εν μέρει τις διαφορές των δύο φύλων αναφορικά με τον COVID-19. Γνωρίζουμε εδώ και αρκετό καιρό ότι οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν ορισμένες διαφορές στην ανοσιακή απόκριση, κάτι που παρατηρείται και στον COVID-19.

Μία προδημοσίευση που δημοσιεύτηκε προσφάτως εξέτασε τις παραπάνω διαφορές. Όπως διαπίστωσε, οι άνδρες εμφανίζουν συχνότερα άτυπα προ-φλεγμονώδη μονοκύτταρα, τα οποία παράγουν κυτταροκίνες που οδηγούν σε καταιγίδα. Οι γυναίκες παρουσιάζουν επίσης συνήθως ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα, η οποία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ιού. Ωστόσο, η ηλικία και ο αυξημένος ΔΜΣ μπορεί να επηρεάσουν την προστατευτική ανοσιακή απόκριση στις γυναίκες.

Έρευνες όπως οι παραπάνω αναδεικνύουν τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα. Όσο καλύτερα κατανοήσουμε τις παραπάνω διαφορές, τόσο ευκολότερο θα είναι να αντιμετωπιστεί η νόσος σε κάθε ασθενή. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν επίσης πόσο σημαντικό είναι να περιλαμβάνονται εθελοντές με διαφορετικά χαρακτηριστικά στις κλινικές δοκιμές.

Βιβλιογραφία: The Conversation

Φωτογραφία: scientificanimations.com, CC BY-SA