Τα 2/3 των επιδημιολόγων από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια παγκοσμίως υποστηρίζουν ότι σε λιγότερο από 1 έτος θα πρέπει να έχουμε αναπτύξει νέα εμβόλια ή να τροποποιήσουμε τα ήδη υπάρχοντα, προκειμένου να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τα νεότερα στελέχη.

Στη μελέτη του People’s Vaccine Alliance που επικοινώνησε με 77 επιδημιολόγους από 28 χώρες, το 66.2% προέβλεψε ότι στο παραπάνω διάστημα θα έχουν εμφανιστεί νέα στελέχη του ιού, τα οποία δεν θα είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν από τα εμβόλια που χρησιμοποιούμε σήμερα. Μάλιστα το 32.5% των επιδημιολόγων υποστήριξε ότι αυτό θα συμβεί σε λιγότερο από 9 μήνες, ενώ το 18.2% σε λιγότερους από 6.

Το θετικό αυτή τη στιγμή είναι ότι ο SARS-CoV-2 μεταλλάσσεται με αργότερο ρυθμό σε σχέση με άλλους ιούς, όπως για παράδειγμα αυτός της γρίπης.

Ως αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι έχουν ήδη εμφανιστεί ορισμένες μεταλλάξεις, τα εμβόλια μπορούν ακόμα να προστατεύσουν από τη σοβαρή νόσηση, κάτι που αποτελεί τον βασικότερο στόχο της χορήγησής τους.

Μία προσέγγιση για να ανιχνεύσουμε ταχέως τα νέα στελέχη είναι να εξετάζουμε τους ασθενείς που νοσούν από COVID-19, παρά το γεγονός ότι έχουν εμβολιαστεί.

Όπως υποστήριξαν αρκετοί ειδικοί, τα χαμηλά ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης σε ορισμένες χώρες ευνοούν την εμφάνιση νέων μεταλλάξεων και ανθεκτικών στελεχών.

Αρκετές Χώρες δεν έχουν Χορηγήσει ακόμα ούτε Μία Δόση

Αν και σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες σήμερα γίνεται σχεδόν ένας εμβολιασμός ανά δευτερόλεπτο, αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες δεν έχουν λάβει ακόμα ούτε 1 εμβόλιο, σύμφωνα με το People’s Vaccine Alliance.

Αντιθέτως, όπως υποστήριξε το Global Health Innovation Center στο Πανεπιστήμιο του Duke, οι ανεπτυγμένες χώρες στις οποίες αντιστοιχεί το 1/5 περίπου του παγκοσμίου πληθυσμού, έχουν αγοράσει ήδη σχεδόν 6 δισεκατομμύρια δόσεις. Οι αναπτυσσόμενες χώρες στις οποίες αντιστοιχούν τα υπόλοιπα 4/5 έχουν αγοράσει μόλις 2.6 δισεκατομμύρια δόσεις, σύμφωνα με ένα άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό Nature.

Ο Gregg Gonsalves, PhD, αναπληρωτής καθηγητής επιδημιολογίας στο Yale School of Public Health, ένας από τους καθηγητές που ερωτήθηκαν στη μελέτη, δεν έδωσε ένα σαφές χρονοδιάγραμμα σχετικά με την έκπτωση της αποτελεσματικότητας των εμβολίων, ωστόσο υποστήριξε ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για περισσότερα εμβόλια παγκοσμίως.

«Αν δεν καταφέρουμε να εμβολιάσουμε ένα σεβαστό ποσοστό του πληθυσμού, τότε θα επιτρέψουμε στον ιό να συνεχίσει να κυκλοφορεί και να μεταλλάσσεται, με αποτέλεσμα τα εμβόλια που έχουμε σήμερα να γίνουν άχρηστα», τόνισε.

«Δυσοίωνα, αλλά Αναμενόμενα Αποτελέσματα»

Ο Παναγιώτης Γαλιατσάτος, MD, MHS, ένας πνευμονολόγος από το Johns Hopkins είπε ότι τα αποτελέσματα της μελέτης είναι μεν δυσοίωνα, αλλά δεν προκαλούν έκπληξη.

Όπως υποστήριξε ο επιστήμονας, τα εμβόλια έχουν αναδείξει μία σειρά ανισότητες τόσο αναφορικά με τα άτομα στα οποία χορηγούνται τα εμβόλια, όσο και σε αυτά που συμμετέχουν στις κλινικές δοκιμές για την ανάπτυξη των τελευταίων.

«Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η πανδημία της COVID-19 δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, αλλά είναι παγκόσμιο πρόβλημα. Αν δεν αντιμετωπίσουμε τον ιό σε παγκόσμιο επίπεδο, τότε σύντομα θα βρεθούμε πάλι στο σημείο μηδέν. Μέχρι σήμερα, καμία χώρα δεν έχει ταχθεί θετικά σε μία παγκόσμια προσέγγιση», τόνισε.

Είναι γνωστό ότι οι ιοί μεταλλάσσονται συνεχώς, ωστόσο αυτή τη στιγμή γίνονται αρκετές έρευνες προκειμένου να προσδιορίσουμε τα τμήματα του SARS-CoV-2 που παραμένουν σταθερά. Τα τμήματα αυτά ενδείκνυνται για στόχους των εμβολίων.

Ο Γαλιατσάτος υποστήριξε επίσης ότι κατά πάσα πιθανότητα θα χρειαζόμαστε απλά νέες ενισχυτικές δόσεις και όχι εξ’ ολοκλήρου νέα εμβόλια.

Μία από τις προσεγγίσεις που προτείνει το People’s Vaccine Alliance είναι οι φαρμακευτικές εταιρίες να κοινοποιήσουν τα δεδομένα και τα πνευματικά δικαιώματα των εμβολίων τους στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έτσι ώστε να επιταχυνθεί η παραγωγή των εμβολίων σε όλες τις χώρες.

Στη μελέτη, το 74% των επιδημιολόγων είπε ότι η παραπάνω προσέγγιση θα ενισχύσει την παγκόσμια εμβολιαστική κάλυψη, το 23% είπε ότι αυτό είναι μία πιθανότητα, ενώ το 3% είπε ότι η προσέγγιση δεν θα βοηθήσει στην επίτευξη του στόχου.

Η μελέτη διεξήχθη από τις 17 Φεβρουαρίου μέχρι τις 25 Μαρτίου.