Μέχρι σήμερα έχουν δημοσιευτεί συνολικά 6 περιστατικά επαναμολύνσεων με τον SARS-CoV-2 σε επιστημονικά περιοδικά, ενώ υπάρχουν αναφορές για πολύ περισσότερα σε όλο τον κόσμο. Αν και ο αριθμός αυτός φαντάζει σχετικά μικρός μπροστά στο σχεδόν 1 εκατομμύριο ασθενών που έχουν μολυνθεί σήμερα από τον ιό, σίγουρα δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με την ανοσία σε αυτόν.

Τι είναι η Ανοσία;

Όταν μολυνθούμε με ένα παθογόνο, το ανοσοποιητικό μας σύστημα ανταποκρίνεται ταχέως και προσπαθεί να περιορίσει το μικρόβιο ελαχιστοποιώντας τις βλάβες που θα προκαλέσει. Η πρώτη γραμμή άμυνας αποτελείται από τα ανοσιακά κύτταρα του εμφύτου ανοσοποιητικού συστήματος. Τα κύτταρα αυτά συνήθως δεν επαρκούν για να εξαλείψουν εντελώς την εξωτερική απειλή, με αποτέλεσμα να ενεργοποιείται το σύστημα της επίκτητης ανοσίας, δηλαδή τα λεμφοκύτταρα.

Τα λεμφοκύτταρα χωρίζονται σε 2 είδη: τα Β λεμφοκύτταρα, τα οποία παράγουν αντισώματα, και τα Τ λεμφοκύτταρα, τα οποία στοχεύουν άμεσα τα μικρόβια.

Καθώς τα επίπεδα των αντισωμάτων στο αίμα είναι δυνατό να υπολογιστούν, συχνά χρησιμοποιούνται ως μέτρο για να προσδιοριστεί η ισχύς της ανοσιακής απόκρισης. Ωστόσο, σταδιακά, τα επίπεδα των αντισωμάτων φθίνουν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο οργανισμός είναι λιγότερο προστατευμένος από μία μελλοντική έκθεση στο παθογόνο, καθώς έχουν παραχθεί λεμφοκύτταρα μνήμης. Τα τελευταία έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής και είναι πάντοτε έτοιμα να ενεργοποιηθούν σε περίπτωση που ο οργανισμός κληθεί να αντιμετωπίσει ξανά το ίδιο μικρόβιο.

Τα εμβόλια ουσιαστικά επάγουν τη δημιουργία λεμφοκυττάρων μνήμης, χωρίς να προκαλούν νόσηση στον ασθενή. Σε έναν ιδανικό κόσμο, η δημιουργία ανοσίας φαντάζει κάτι εύκολο να επιτευχθεί, ωστόσο αυτό δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στην πραγματικότητα.

Αν και το ανοσοποιητικό μας σύστημα έχει εξελιχθεί έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο εύρος παθογόνων, τα μικρόβια έχουν επίσης αναπτύξει μία σειρά μηχανισμών τους οποίους χρησιμοποιούν για να διαφύγουν από το ανοσοποιητικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, ορισμένα παθογόνα, όπως η ελονοσία και ο ιός HIV, αντιμετωπίζονται πολύ δύσκολα.

Οι λοιμώξεις που έχουν μεταπηδήσει από τα ζώα (ζωωνόσοι) θέτουν επίσης σημαντικές προκλήσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα καθώς διαφέρουν σημαντικά από τα συνήθη μικρόβια. Ο ιός που ευθύνεται για τον COVID-19 αποτελεί ζωονόσο και ξεκίνησε στις νυχτερίδες.

Ο COVID-19 προκαλείται από ένα βήτα κορονοϊό. Ορισμένοι βήτα κορονοϊοί είναι εποχικοί και προκαλούν ήπια νόσηση στον άνθρωπο με συμπτώματα κοινού κρυολογήματος. Η ανοσιακή απόκριση στους παραπάνω ιούς δεν είναι πολύ ισχυρή, κάτι που ωστόσο δεν ισχύει για τους σοβαρότερους κορονοϊούς SARS και MERS.

Τα διαθέσιμα δεδομένα για τον COVID-19 σήμερα δείχνουν ότι υπάρχουν ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων ακόμα και 3 μήνες μετά τη λοίμωξη με τον ιό, ωστόσο τα επίπεδά τους παρουσιάζουν σταδιακή μείωση.

Φυσικά, τα επίπεδα των αντισωμάτων δεν αποτελούν το μοναδικό δείκτη της ανοσίας και δεν προσφέρουν καμία πληροφορία σχετικά με Τ λεμφοκύτταρα και τα κύτταρα μνήμης. Ο ιός που προκαλεί COVID-19 ομοιάζει δομικά με τον SARS-CoV, επομένως υπάρχουν αρκετοί λόγοι να είμαστε αισιόδοξοι σχετικά με τη διάρκεια της προστασίας. Πόσο πρέπει να ανησυχήσουμε επομένως από τα περιστατικά επαναμολύνσεων;

Πρέπει να Ανησυχήσουμε από τις Επαναμολύνσεις;

Ο μικρός αριθμός περιστατικών επαναμόλυνσης με τον SARS-CoV-2 δεν σημαίνει ότι η νόσηση δεν οδηγεί σε προστατευτική ανοσία. Ορισμένα περιστατικά επαναμολύνσεων μπορεί να αποδίδονται σε λάθη κατά τις εξετάσεις, καθώς ο «ιός» συχνά μπορεί να ανιχνευθεί σε ένα δείγμα του ασθενούς, ακόμα και μετά την ανάρρωση. Οι εξετάσεις αυτές αναζητούν συνήθως ιικό RNA (το γενετικό υλικό του ιού). Το τελευταίο δεν μπορεί να προκαλέσει νόσηση και συχνά ανιχνεύεται στον οργανισμό ακόμα και μετά την αποδρομή της λοίμωξης.

Ένα ενδεχόμενο είναι επίσης ότι ορισμένοι από τους παραπάνω ασθενείς είχαν ψευδώς αρνητικές εξετάσεις, καθώς τα επίπεδα του ιού στον οργανισμό είναι πολύ χαμηλά προκειμένου να ανιχνευθούν από την εξέταση. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται επιπλέον δείκτες, όπως η ανάλυση του ιικού RNA καθώς και μία σειρά ανοσιακών μέτρων.

Ακόμα και σε ασθενείς που έχουν ανοσία, το γεγονός αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μίας επαναμόλυνσης. Ωστόσο, η τελευταία προκαλεί συνήθως ήπια ή ασυμπτωματική λοίμωξη, καθώς η απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος είναι αρκετά ισχυρή για να περιορίσει ταχέως τον ιό. Πράγματι, τα περισσότερα περιστατικά επιβεβαιωμένης επαναμόλυνσης παρουσίασαν ήπια ή καθόλου συμπτώματα. Ωστόσο, ένας ασθενής, ο οποίος μολύνθηκε εκ νέου μόλις 48 ημέρες μετά την πρώτη λοίμωξη, παρουσίασε πολύ σοβαρότερη νόσηση τη δεύτερη φορά που μολύνθηκε με τον ιό.

Πού μπορεί να αποδίδονται όμως τα σοβαρότερα συμπτώματα στη δεύτερη λοίμωξη; Μία πιθανότητα είναι ότι ο ασθενής δεν παρουσίασε επαρκή ανοσιακή απόκριση της επίκτητης ανοσίας την πρώτη φορά που μολύνθηκε με τον ιό, καθώς η φυσική ανοσία κατάφερε να περιορίσει άμεσα τον τελευταίο. Η ποσότητα του κάθε είδους αντισωμάτων μπορεί να επιβεβαιώσει την παραπάνω θεωρία. Ωστόσο, δυστυχώς, δεν υπήρχαν δεδομένα σχετικά με τα αντισώματα κατά την πρώτη λοίμωξη του παραπάνω ασθενούς.

Μία άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι η δεύτερη λοίμωξη προκλήθηκε από ένα στέλεχος του ιού που είχε σημαντικές διαφορές σε σχέση με το πρώτο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ανοσία. Η γενετική ανάλυση του ιού ανέδειξε διαφορές ανάμεσα στα δύο στελέχη, ωστόσο δεν είναι γνωστό αν αυτές επηρέασαν την αναγνώριση του δεύτερου στελέχους από το ανοσοποιητικό σύστημα. Αρκετοί ιοί έχουν κοινά δομικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα η λοίμωξη από έναν ιό να μπορεί να προστατεύσει και από έναν παρόμοιο ιό. Το γεγονός αυτό μπορεί πιθανώς να εξηγήσει γιατί τα παιδιά μικρής ηλικίας που νοσούν συχνά από βήτα κορονοϊούς, δεν παρουσιάζουν συμπτώματα από τον COVID-19.

Μία πρόσφατη προδημοσίευση έδειξε ότι το ιστορικό λοίμωξης από βήτα κορονοϊούς δεν προσφέρει προστασία από τον COVID-19. Μάλιστα, τα αντισώματα που αναγνωρίζουν παρόμοιους ιούς συχνά μπορεί να είναι επικίνδυνα, καθώς ενοχοποιούνται για μία σπάνια κατάσταση που λέγεται antibody-dependant enhancement (ADE). Κατά την τελευταία, τα αντισώματα μπορεί να ενισχύσουν μία ιογενή λοίμωξη, με αποτέλεσμα η τελευταία να γίνει απειλητική για τη ζωή.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι τα αντισώματα δεν είναι ο μοναδικός δείκτης ανοσίας. Στα παραπάνω περιστατικά επαναμολύνσεων δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τα επίπεδα των Τ λεμφοκυττάρων ή των κυττάρων μνήμης.

Σήμερα, η ανοσιακή απόκριση στον COVID-19 δεν έχει ακόμα εξερευνηθεί πλήρως και κάθε νέο κομμάτι μας βοηθά να αποκτήσουμε μία καλύτερη εικόνα. Το ανοσοποιητικό σύστημα αποτελεί έναν ισχυρό σύμμαχο στη μάχη κατά των λοιμώξεων και μόνο αν ξεκλειδώσουμε πλήρως τους μηχανισμούς του θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τον COVID-19.

Βιβλιογραφία: The Conversation