Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας έρευνας από τη Δανία, οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι αυτοί που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο επαναλοίμωξης με COVID-19. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, ούτε το φύλο ούτε ο χρόνος από την προηγούμενη λοίμωξη φάνηκαν να επηρεάζουν τον κίνδυνο επαναλοίμωξης.

Η ανάλυση εξέτασε πληθυσμιακά δεδομένα ανά ηλικία, φύλο και χρόνο από την προηγούμενη λοίμωξη και κατέληξε ότι οι ηλικιωμένοι άνω των 65 είχαν 47.1% προστασία από την επαναλοίμωξη.

Η συνολική προστασία από την επαναλοίμωξη στο γενικό πληθυσμό ήταν 80.5%, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες αναλύοντας εξετάσεις PCR από το 1ο και το 2ο κύμα της πανδημίας. Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι οι επαναλοιμώξεις από SARS-CoV-2 είναι αρκετά σπάνιες καθώς έχουν καταγραφεί ελάχιστα περιστατικά παγκοσμίως. Δεδομένα έχουν δείξει επίσης ότι η ανοσία διαρκεί γενικά 5-6 μήνες μετά τη λοίμωξη από τον ιό.

Στη Δανία, οι ενήλικες μπορούν να κάνουν δωρεάν εξετάσεις PCR από το Μάιο του 2020. Από το Σεπτέμβριο του 2020, μάλιστα, εξετάσεις μπορεί να κάνει δωρεάν οποιοδήποτε άτομο ηλικίας άνω των 2 ετών. Ως αποτέλεσμα, έγιναν συνολικά 10 εκατομμύρια εξετάσεις PCR μέχρι το Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

Οι επιστήμονες της έρευνας ανέλυσαν τα ποσοστά λοιμώξεων κατά τη διάρκεια των δύο κυμάτων της πανδημίας στη Δανία (άνοιξη και φθινόπωρο). Στο πρώτο κύμα (πριν τον Ιούνιο του 2020) έγιναν συνολικά 533.000 εξετάσεις, εκ των οποίων το 2.2% ήταν θετικές.

525.000 από τους παραπάνω εθελοντές έκαναν ξανά εξετάσεις κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος (από την 1η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Δεκεμβρίου). Στον πληθυσμό αυτό, το 2.1% είχε θετικές εξετάσεις στο 1ο κύμα της πανδημίας. 72 ασθενείς (0.65%) που είχαν θετικές εξετάσεις για τον ιό στο 1ο κύμα είχαν ξανά θετικές εξετάσεις στο 2ο κύμα. Από τους ασθενείς που είχαν αρνητικές εξετάσεις στο 1ο κύμα, το 3.27% είχε θετικές εξετάσεις στο 2ο. Τα παραπάνω νούμερα πρακτικά δείχνουν ότι το ιστορικό λοίμωξης COVID-19 μπορεί να προστατεύσει κατά 80.5% από μελλοντικές λοιμώξεις.

Η επιστημονική ομάδα αποφάσισε ακολούθως να εξετάσει ένα εντελώς διαφορετικό δείγμα εθελοντών. Στην ανάλυσή τους οι επιστήμονες εξέτασαν όλους τους ασθενείς με θετικές εξετάσεις PCR, ανεξαρτήτως αν μολύνθηκαν στο 1ο ή το 2ο κύμα. Ακολούθως παρακολούθησαν την πορεία των ασθενών αυτών μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020 ή μέχρι την επόμενη θετική εξέταση PCR τουλάχιστον 90 ημέρες μετά την 1η.

Στην ανάλυση αυτή εξετάστηκαν συνολικά 2.4 εκατομμύρια άτομα και παρατηρήθηκαν 138 επαναλοιμώξεις. Όπως διαπίστωσε η έρευνα, η προστασία από τις μελλοντικές λοιμώξεις που προσφέρει το ιστορικό προηγούμενης λοίμωξης είναι 77.8%.

Αναλύοντας τα 138 περιστατικά ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και το χρόνο από την προηγούμενη λοίμωξη, οι επιστήμονες δεν παρατήρησαν στατιστικώς σημαντική διαφορά ανάλογα με το φύλο ή το χρόνο που είχε περάσει από την προηγούμενη λοίμωξη (3-6 μήνες έναντι 7+).

Ωστόσο, η ηλικία φάνηκε να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο επαναλοίμωξης. Αν και το ιστορικό COVID-19 μείωνε τον κίνδυνο επόμενης λοίμωξης κατά 80-83% στις ηλικιακές ομάδες 0-34, 35-49 και 50-64, στους ασθενείς άνω των 65, το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 47%.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, η Rosemary Boyton, PhD, και ο Daniel Altmann, PhD, από το Imperial College London, υποστήριξαν ότι τα αποτελέσματα αυτά είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά.

Όπως τόνισαν, το πρόγραμμα της Δανίας επέτρεψε να εξεταστούν τόσο συμπτωματικά όσο και ασυμπτωματικά περιστατικά, γεγονός που σημαίνει ότι «ήταν δυνατό να εξεταστούν περισσότεροι ασυμπτωματικοί φορείς σε σχέση με άλλες μελέτες».

«Τα δεδομένα αποτελούν ουσιαστικά απόδειξη ότι η επίτευξη ανοσίας της αγέλης μέσω φυσικών λοιμώξεων είναι αδύνατο να επιτευχθεί, επομένως η μοναδική μας λύση είναι ο μαζικός εμβολιασμός με σκευάσματα υψηλής αποτελεσματικότητας», έγραψαν οι δύο επιστήμονες.

Με την παρατήρηση αυτή συμφώνησαν και οι επιστήμονες της έρευνας από τη Δανία, οι οποίοι τόνισαν ότι δεν είναι δυνατό να βασιστούμε στο ιστορικό λοίμωξης για την ανοσία, υποστηρίζοντας ότι θα πρέπει να εμβολιαστούν ακόμα και αυτοί που έχουν νοσήσει από COVID-19.

Ένας περιορισμός της έρευνας ήταν ότι ενδέχεται οι εθελοντές που έκαναν PCR να άλλαξαν τη συμπεριφορά τους μετά την εξέταση. Για παράδειγμα, ένας ασθενής που έχει ιστορικό θετικής εξέτασης PCR, μπορεί να σταματήσει να τηρεί τα μέτρα πρόληψης, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο μόλυνσης. Τέλος, υπάρχει πιθανότητα ορισμένοι ασθενείς να είχαν ακόμα σωματίδια του ιού από την 1η τους λοίμωξη, επομένως η 2η θετική εξέταση να μην αποδίδεται σε νέα λοίμωξη.