Το εντερικό μικροβίωμα έχει συνδεθεί στο παρελθόν με μία σειρά παθήσεις. Από το διαβήτη τύπου 2 μέχρι την κατάθλιψη, οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι η σύνθεση των μικροβίων που βρίσκονται στο έντερο του ανθρώπου μπορεί να επηρεάσει την πορεία των παραπάνω παθήσεων.

Μία πρόσφατη μελέτη εξέτασε τη σύνδεση ανάμεσα στην υγεία των πνευμόνων και το εντερικό μικροβίωμα. Αν και εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο έντερο και τον COVID-19, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που συνιστούν ότι η αλληλεπίδραση αυτή δεν είναι απίθανη.

Αρχικά, τα συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος είναι αρκετά κοινά στους ασθενείς με COVID-19. Μία έρευνα παρατήρησε, μάλιστα, ότι πάνω από το 50% των ασθενών που νοσούν από τον ιό παρουσιάζουν συμπτώματα όπως διάρροια και έμετο.

Μία άλλη πιθανή σύνδεση ανάμεσα στο νέο κορονοϊό και το έντερο αφορά του ACE2 υποδοχείς. Οι υποδοχείς αυτοί χρησιμοποιούνται από τον SARS-CoV-2 προκειμένου να εισέλθει στα κύτταρα. Εκφράζονται σε διαφορετικά όργανα, μεταξύ των οποίων οι πνεύμονες και ο γαστρεντερικός σωλήνας.

Σήμερα γνωρίζουμε επίσης ότι σωματίδια του ιού είναι δυνατό να βρίσκονται και στα κόπρανα των ασθενών με COVID-19.

Στη νέα έρευνά τους, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Virus Research, οι επιστήμονες εξερεύνησαν το το ρόλο του εντερικού μικροβιώματος τόσο στον κίνδυνο λοίμωξης όσο και στη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Αν και δεν υπάρχουν δεδομένα που συνδέουν άμεσα τα δύο παραπάνω, οι επιστήμονες παρουσίασαν όλα όσα γνωρίζουμε σήμερα.

Ο Άξονας Εντέρου-Πνευμόνων

Η σύνδεση ανάμεσα στους πνεύμονες και το έντερο μπορεί να ακούγεται σε αρκετούς ως απίθανη. Ωστόσο, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης, δεν αποτελεί νέα θεωρία. Ο όρος «άξονας εντέρου-πνευμόνων» περιγράφει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εντερικό μικροβίωμα και τους πνεύμονες.

Η επικοινωνία αυτή είναι, μάλιστα, αμφίδρομη. Οι ενδοτοξίνες και οι μεταβολίτες που παράγονται από τα βακτήρια στο έντερο μπορούν να ταξιδέψουν διαμέσου της κυκλοφορίας του αίματος και να φτάσουν στους πνεύμονες. Αντίστοιχα, μία φλεγμονή των πνευμόνων μπορεί να επηρεάσει τη βακτηριακή κοινότητα του εντέρου.

«Τα παραπάνω εγείρουν το ερώτημα αν ο ιός SARS-CoV-2 μπορεί να επηρεάσει το εντερικό μικροβίωμα», εξήγησαν οι επιστήμονες. «Στην πραγματικότητα, αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος σχετίζονται με αλλαγή της σύνθεσης του εντερικού μικροβιώματος».

Αναφέρθηκαν επίσης σε ορισμένες έρευνες που διαπίστωσαν σύνδεση ανάμεσα στο σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (εμφανίζεται στα σοβαρά περιστατικά του COVID-19) και το εντερικό μικροβίωμα. Τέλος, υποστήριξαν ότι στα πειραματόζωα, «η εξάλειψη συγκεκριμένων εντερικών βακτηρίων με τη χρήση αντιβιοτικών μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία των πνευμόνων στον ιό της γρίπης».

Ανοσοποιητικό Σύστημα και Εντερικό Μικροβίωμα

Δεκαετίες έρευνας έχουν αποδείξει πλέον ότι το εντερικό μικροβίωμα έχει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Όπως τόνισαν οι επιστήμονες της παρούσας έρευνας, τα βακτήρια του εντέρου «συντονίζουν την προφλεγμονώδη και αντιφλεγμονώδη απόκριση, επηρεάζοντας έτσι την ευαισθησία του οργανισμού σε διάφορα νοσήματα».

«Η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την αποτελεσματικότητα της ανοσιακής απόκρισης των πνευμόνων. Έχει διαπιστωθεί ότι ποντίκια χωρίς εντερικό μικροβίωμα έχουν μειωμένη ικανότητα απομάκρυνσης των παθογόνων από τους πνεύμονες», υποστήριξαν οι επιστήμονες.

Άλλες έρευνες έχουν παρατηρήσει ότι η παρατεταμένη χρήση αντιβιοτικών σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρκίνου των πνευμόνων ή άλλων μορφών καρκίνου, γεγονός που επίσης συνιστά ότι υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο έντερο και τους πνεύμονες.

Αν και η σύνδεση ανάμεσα στη λοίμωξη από SARS-CoV-2 και τα βακτήρια του εντέρου δεν έχει ακόμα επιβεβαιωθεί, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν αρκετά δεδομένα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.

Ο Ρόλος της Διατροφής

Η διατροφή είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος. Για παράδειγμα, μία έρευνα έδειξε ότι τα άτομα που ακολουθούν τη Μεσογειακή δίαιτα έχουν διαφορετικούς πληθυσμούς βακτηρίων στο έντερο σε σχέση με αυτούς που κάνουν Δυτική διατροφή.

Οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης αναφέρθηκαν επίσης σε μία έρευνα που εξέτασε την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εντερικό μικροβίωμα, τις φυτικές ίνες στη διατροφή και τη συχνότητα των αλλεργικών αντιδράσεων στους πνεύμονες. Οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι όταν τα μικρόβια μεταβολίζουν φυτικές ίνες, τα επίπεδα των λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου στο αίμα αυξάνονται. Το γεγονός αυτό μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης αλλεργικής φλεγμονής στους πνεύμονες.

«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι οι φυτικές ίνες και τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου μπορούν να επηρεάσουν το ανοσολογικό περιβάλλον στους πνεύμονες και να επηρεάσουν τη σοβαρότητα της αλλεργικής φλεγμονής», τόνισαν οι επιστήμονες της παραπάνω έρευνας για τις αλλεργίες.

Λαμβάνοντας υπόψη τους όλα τα παραπάνω δεδομένα, οι ερευνητές της παρούσας μελέτης δήλωσαν:

«Στοχευμένες προσεγγίσεις στη διατροφή με σκοπό την αύξηση του πληθυσμού συγκεκριμένων μικροβίων μπορεί πιθανώς να αποτελούν την απάντηση για ορισμένες ευπαθείς ομάδες σήμερα».

Μία άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες, ενισχύει ακόμα περισσότερο τη θεωρία των ερευνητών. Οι επιστήμονες της μελέτης αυτής εξέτασαν δείγματα κοπράνων από ασθενείς με COVID-19. Τα δείγματα είχαν ληφθεί 2-3 φορές την εβδομάδα για όση διάρκεια οι ασθενείς παρέμειναν στο νοσοκομείο.

Οι επιστήμονες συνέκριναν τις αναλύσεις από τα δείγματα κοπράνων με αυτές από 15 υγιείς εθελοντές και 6 ασθενείς που είχαν πνευμονία αλλά όχι COVID-19. Όπως διαπίστωσαν, ανεξαρτήτως της χρονικής στιγμής που είχε ληφθεί το κάθε δείγμα, «οι ασθενείς με COVID-19 είχαν σημαντικές διαφορές στο εντερικό μικροβίωμα σε σχέση με την ομάδα ελέγχου».

Ωστόσο, καμία έρευνα μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να απαντήσει αν υπάρχει σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Προκειμένου να διαπιστώσουμε αν το εντερικό μικροβίωμα επηρεάζει τον κίνδυνο COVID-19 ή αν ο SARS-CoV-2 είναι αυτός που αλλάζει τη σύνθεση του μικροβιωάμτος, θα χρειαστεί να γίνουν περισσότερες έρευνες. Παρ’ όλ’ αυτά οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι οι στρατηγικές για την προσαρμογή του εντερικού μικροβιώματος μπορεί να βοηθήσουν στον περιορισμό της σοβαρότητας της νόσησης».

Το Συμπέρασμα

Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν σαφή δεδομένα που να δείχνουν ότι ο SARS-CoV-2 αλληλεπιδρά με τα βακτήρια του εντέρου ή ότι το μικροβίωμα μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα της νόσησης από COVID-19. Ωστόσο, εξετάζοντας συνολικά όλα τα διαθέσιμα δεδομένα, φαίνεται ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να διερευνηθεί.

Προς το παρόν, δεν θεωρούμε απίθανο ότι τα βακτήρια του εντέρου επηρεάζουν την ευαισθησία στον COVID-19 ή τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων που προκαλεί. Το ερώτημα αυτό θα απαντηθεί από μελλοντικές έρευνες. Λαμβάνοντας υπόψη το ενδιαφέρον που συγκεντρώνει σήμερα τόσο ο COVID-19 όσο και το εντερικό μικροβίωμα, είναι σίγουρο ότι σύντομα θα γνωρίζουμε περισσότερα για την παραπάνω σύνδεση.