Η κλινική δοκιμή φάσης Ι/ΙΙ του εμβολίου που αναπτύσσεται από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, διαπίστωσε ότι το εμβόλιο είναι ασφαλές, προκαλεί ελάχιστες ανεπιθύμητες ενέργειες και είναι μπορεί να εκκινήσει μία ισχυρή ανοσιακή απόκριση.

Τα πρώιμα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet και έδειξαν ότι η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων που προκαλείται από το εμβόλιο κορυφώνεται στις 14 ημέρες μετά τον εμβολιασμό, ενώ η απόκριση αντισωμάτων στις 28 ημέρες.

Ο Andrew Pollard, επικεφαλής της έρευνας και καθηγητής παιδιατρικής λοιιμωξιολογίας και ανοσολογίας από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, περιέγραψε τα αποτελέσματα ως «ενθαρρυντικά». Ο ίδιος υποστήριξε επίσης ότι αυτό είναι ένα μεγάλο βήμα στον αγώνα για την ανάπτυξη ενός εμβολίου.

Το εμβόλιο, το οποίο χορηγήθηκε σε 1077 υγιείς ενήλικες προκάλεσε ήπιες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες περιελάμβαναν συνήθως αίσθημα κόπωσης και κεφαλαλγία. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, δεν παρατηρήθηκε καμία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια.

«Απέχουμε Ακόμα Αρκετά από την Κυκλοφορία του Εμβολίου»

Η Sarah Gilbert, επικεφαλής του προγράμματος για την ανάπτυξη του εμβολίου και καθηγήτρια εμβολιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τόνισε ότι θα πρέπει να γίνουν ακόμα αρκετές έρευνες για να διαπιστώσουμε αν το εμβόλιο μπορεί πράγματι να προστατεύσει από τον COVID-19.

«Η κύρια δυσκολία που έχουμε αυτή τη στιγμή είναι ότι δεν γνωρίζουμε πόσο ισχυρή πρέπει να είναι η ανοσιακή απόκριση για τον ιό», είπε.

«Κατά συνέπεια, δεν ξέρουμε αν η ανοσιακή απόκριση που προκαλεί το εμβόλιο είναι επαρκής ή όχι. Ο μόνος τρόπος να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα είναι να κάνουμε μεγάλες κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ και στη συνέχεια να δούμε αν οι εθελοντές που μολύνθηκαν με τον ιό είναι προστατευμένοι».

Οι συγγραφείς της έρευνας αναφέρθηκαν επίσης σε ορισμένους περιορισμούς της μελέτης τους. Όπως τόνισαν, θα πρέπει να γίνουν περισσότερες έρευνες για να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματά τους σε διαφορετικές ομάδες ασθενών (όπως οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς με συγκεκριμένες χρόνιες παθήσεις ή οι ασθενείς άλλων εθνικοτήτων).

Μία σημαντική παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι οι εθελοντές που έλαβαν 2 δόσεις του εμβολίου παρουσίασαν ισχυρότερη ανοσιακή απόκριση. Κατά συνέπεια, οι επιστήμονες θα εξετάσουν 2 διαφορετικές δόσεις του εμβολίου στις κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ, όπως υποστήριξε ο Adrian Hill, διευθυντής του Jenner Institute.

«Υπάρχουν αρκετά που δεν γνωρίζουμε αυτή τη στιγμή για την ανοσία στον ιό που προκαλεί COVID-19. Ωστόσο, φαίνεται ότι τόσο η απόκριση αντισωμάτων όσο και η απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων είναι σημαντικές και το εμβόλιο μπορεί προκαλέσει και τις δύο. Το επόμενο βήμα θα είναι να γίνουν μεγάλες έρευνες για να εξετάσουμε αν το εμβόλιο μπορεί πράγματι να προστατεύσει τους ασθενείς από τον ιό».

Βιβλιογραφία: Medscape