Μόλις το 1/4 των καρκινοπαθών αναπτύσσει επαρκή αντισώματα μετά τη χορήγηση μίας δόσης του εμβολίου της Pfizer/BioNTech, σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας νέας μελέτης παρατήρησης.

Συγκεκριμένα, η 1η δόση του εμβολίου είχε αποτελεσματικότητα 28% στους καρκινοπαθείς γενικά και 13% στους ασθενείς με καρκίνους του αίματος. Αντιθέτως, στην ομάδα ελέγχου, σχεδόν το 97% παρουσίασε θετική απόκριση στο εμβόλιο, όπως διαπίστωσε η μελέτη από το King’s College το Λονδίνου που έχει αναρτηθεί προς το παρόν ως προδημοσίευση στο medRxiv.

Η χορήγηση της 2ης δόσης, ωστόσο, 21 ημέρες αργότερα, προσέφερε πλήρη προστασία στους καρκινοπαθείς, όπως ανέφεραν οι επιστήμονες.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις της έρευνας, προκειμένου να επιτύχουμε τη μέγιστη αποτελεσματικότητα του εμβολίου BNT161b2 (της Pfizer) στους καρκινοπαθείς, θα πρέπει να χορηγούμε οπωσδήποτε τη 2η δόση 21 ημέρες μετά την 1η. Όπως υποστήριξαν, ιδιαίτερα στους ασθενείς με καρκίνους του αίματος, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στον εμβολιασμό.

Στους τελευταίους ασθενείς, η χορήγηση μίας μόνο δόσης πιθανώς δεν προσφέρει επαρκή ανοσία, επομένως σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην ομάδα που θα κάνει μόνο 1 δόση προς το παρόν, λόγω έλλειψης εμβολίων.

Οι καρκινοπαθείς εξαιρέθηκαν γενικά από τις κλινικές δοκιμές των εμβολίων της COVID-19, καθώς αρκετές έρευνες έχουν δείξει ότι το ανοσοποιητικό τους σύστημα υπολειτουργεί, παράγουν μειωμένα επίπεδα αντισωμάτων και παρουσιάζουν παρατεταμένη ιική απέκκριση σε μία λοίμωξη με COVID-19. Το γεγονός αυτό έχει αφήσει αρκετά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολίων σε αυτή την ομάδα ασθενών.

Στη Βρετανία, το διάστημα ανάμεσα στις 2 δόσεις του εμβολίου της Pfizer είναι πλέον 12 εβδομάδες με σκοπό να επιτευχθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πληθυσμιακή κάλυψη με μία δόση. Ωστόσο, όπως υποστήριξαν οι συγγραφείς της έρευνας, η προσέγγιση αυτή πιθανώς είναι λανθασμένη για τους ασθενείς με καρκίνο.

Θέλοντας να επιβεβαιώσουν τη θεωρία τους εξέτασαν 151 καρκινοπαθείς και 54 υγιείς εθελοντές (ομάδα ελέγχου) στους οποίους χορηγήθηκε αρχικά η 1η δόση του εμβολίου της Pfizer/BioNTech. Ακολούθως, οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα αίματος από όλους εθελοντές την ημέρα χορήγησης του εμβολίου, καθώς και στις 3 και 5 εβδομάδες.

Το κύριο τελικό σημείο της έρευνας ήταν η χυμική και κυτταρική ανοσιακή απόκριση στους ασθενείς μετά τη χορήγηση της 1ης δόσης. Το δευτερεύον τελικό σημείο ήταν η ασφάλεια των εμβολίων.

Η μέση ηλικία των καρκινοπαθών ήταν τα 73 χρόνια, ενώ τα 2/3 περίπου είχαν 1 ή περισσότερες συννοσηρότητες. Το 63% είχε συμπαγή νεοπλάσματα, ενώ το 37% είχε αιματολογικές κακοήθειες.

Η πλειοψηφία των ασθενών με συμπαγή νεοπλάσματα είχε προχωρημένες μορφές καρκίνου οι οποίες είχαν διαγνωστεί πριν από 24 μήνες ή περισσότερο.

31 καρκινοπαθείς έλαβαν και τις 2 δόσεις του εμβολίου με 21 ημέρες διαφορά, ενώ 118 έλαβαν μόνο την 1η δόση. Στην ομάδα ελέγχου, 16 εθελοντές έλαβαν και τις 2 δόσεις, ενώ οι υπόλοιποι έλαβαν μόνο την 1η δόση.

Θέλοντας να αποκλείσουν το ενδεχόμενο ανοσίας από παρούσα ή προηγούμενη λοίμωξη, οι επιστήμονες λάμβαναν ρινοφαρυγγικά δείγματα από τους ασθενείς κάθε 10 ημέρες.

Στο διάστημα των 21 ημερών μετά την 1η δόση, 6 ασθενείς νόσησαν από COVID-19, εκ των οποίων οι 2 παρουσίασαν σοβαρά συμπτώματα και κατέληξαν. Κανένας ασθενής δεν είχε θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 μετά την 21η ημέρα.

Όπως διαπιστώθηκε, 21 ημέρες μετά τη χορήγηση της 1ης δόσης, αντισώματα είχαν παραχθεί μόλις στο 39% των ασθενών με συμπαγή νεοπλάσματα και στο 13% των ασθενών με αιματολογικές κακοήθειες.

Ένα σημείο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ήταν ότι, ακόμα και στους ασθενείς που παρήγαγαν τελικά αντισώματα, τα τελευταία δεν μπορούσαν πάντοτε να εξουδετερώσουν τον ιό.

Η χαμηλή παραγωγή αντισωμάτων συνδέθηκε με μειωμένο αριθμό Β λεμφοκυττάρων στους ασθενείς με συμπαγείς ή αιματολογικές κακοήθειες, όπως εξήγησαν οι επιστήμονες.

Μία θετική παρατήρηση της έρευνας ήταν ότι μετά τη χορήγηση και των 2 δόσεων, οι 18 από τους 19 καρκινοπαθείς με συμπαγή νεοπλάσματα ανέπτυξαν επαρκή ανοσία στον ιό. Στους ασθενείς με αιματολογικές κακοήθειες, δεν ήταν δυνατό να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα της 2ης δόσης, καθώς ο αριθμός των εθελοντών ήταν πολύ χαμηλός σε αυτή την ομάδα.

Αναφορικά με το δευτερεύον τελικό σημείο, δηλαδή την ασφάλεια του εμβολίου, πάνω από το 50% των καρκινοπαθών δεν παρουσίασαν καμία ανεπιθύμητη ενέργεια μετά την 1η δόση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 37.5% στην ομάδα ελέγχου. Μετά τη 2η δόση το 71% των καρκινοπαθών δεν παρουσίασε ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ στην ομάδα ελέγχου το ποσοστό αυτό ήταν μόλις 31.25%.