Η μάχη κατά της πανδημίας του COVID-19 έφτασε σε ένα κομβικό σημείο χτες, καθώς η Pfizer ανακοίνωσε ότι το πειραματικό της εμβόλιο έχει υψηλή αποτελεσματικότητα στην πρόληψη του ιού. Όπως εξήγησε η φαρμακευτική εταιρία, το εμβόλιο, το οποίο χορηγείται σε δύο δόσεις, έχει αποτελεσματικότητα πάνω από 90%. Τα πρώιμα, αυτά, δεδομένα προέρχονται από τους πρώτους 94 ασθενείς στην κλινική δοκιμή του εμβολίου στην οποία συμμετέχουν 43.538 εθελοντές.

Ωστόσο, παρά τα παραπάνω θετικά νέα, υπάρχουν ακόμα αρκετά αναπάντητα ερωτήματα αναφορικά με το εμβόλιο, καθώς και αρκετά εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεραστούν.

Μπορεί το Εμβόλιο να Προλάβει τη Λοίμωξη;

Τα περισσότερα ερωτήματα σχετικά με το εμβόλιο και την αποτελεσματικότητά του έχουν προκύψει από το σχεδιασμό της κλινικής δοκιμής. Συγκεκριμένα, η τελευταία έχει σχεδιαστεί με σκοπό να διαπιστώσει αν η ομάδα που έχει λάβει τις δύο δόσεις του εμβολίου θα έχει τελικά λιγότερα περιστατικά συμπτωματικής λοίμωξης COVID-19 συγκριτικά με την ομάδα που έλαβε placebo.

Κατά συνέπεια, από την κλινική μελέτη θα γνωρίζουμε μόνο αν το εμβόλιο μπορεί να προστατεύσει από τα συμπτώματα του COVID-19, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές αν προλαμβάνει τη λοίμωξη.

Η κλινική δοκιμή της Pfizer, όπως και οι περισσότερες κλινικές δοκιμές των υπολοίπων εμβολίων που προηγούνται αυτή τη στιγμή, δεν κάνουν τακτικά εξετάσεις στους εθελοντές, επομένως δεν μπορούν να ανιχνεύσουν τις ασυμπτωματικές λοιμώξεις. Αυτό σημαίνει ότι εθελοντές που έχουν κάνει το εμβόλιο μπορεί να παρουσιάσουν ασυμπτωματική λοίμωξη και επομένως να συνεχίσουν να μεταδίδουν τον ιό ως ασυμπτωματικοί φορείς.

Σε περίπτωση που επαληθευτεί το παραπάνω ενδεχόμενο, αυτό ουσιαστικά θα σημαίνει ότι το εμβόλιο δεν θα έχει μεγάλη χρησιμότητα στον περιορισμό εξάπλωσης της πανδημίας.

Ένα άλλο ερώτημα το οποίο δεν είναι δυνατό να απαντηθεί από τις παρούσες κλινικές δοκιμές είναι η αποτελεσματικότητα του εμβολίου στην πρόληψη της σοβαρής νόσησης, των νοσηλειών και των θανάτων.

Και πάλι, με βάση το σχεδιασμό της κλινικής, δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στα ήπια και τα σοβαρά περιστατικά της νόσου. Όπως προαναφέρθηκε, η κλινική μελέτη εξετάζει μόνο αν οι εθελοντές παρουσίασαν συμπτώματα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη σοβαρότητα των τελευταίων.

Ακόμη, στην ανακοίνωση των πρωίμων αποτελεσμάτων, η Pfizer δεν αναφέρθηκε στην αποτελεσματικότητα του εμβολίου σε διάφορες ηλικιακές ομάδες. Μία από τις ηλικίες που θα χρειαστεί περισσότερο το εμβόλιο είναι οι ηλικιωμένοι και, όπως γνωρίζουμε σήμερα, οι περισσότερες κλινικές δοκιμές εξαιρούν τους ηλικιωμένους από τις κλινικές δοκιμές εξ’ αιτίας των χρονίων νόσων που έχουν.

Εμπόδια στη Διανομή του Εμβολίου

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα με το εμβόλιο της Pfizer αφορά τη διανομή του. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχει δημοσιεύσει η εταιρία, το εμβόλιο αποθηκεύεται σε θερμοκρασίες -70 μέχρι -80 βαθών Κελσίου. Αρκετά νοσοκομεία και φαρμακεία δεν έχουν καταψύκτες που μπορούν να φτάσουν αυτές τις θερμοκρασίες, επομένως δεν θα έχουν την ικανότητα να αποθηκεύσουν το εμβόλιο.

Επιπλέον, καθώς το εμβόλιο χρειάζεται 2 δόσεις, η πραγματική αποτελεσματικότητά του δεν θα είναι γνωστή για αρκετό καιρό. Η παραγωγή του εμβολίου θα επιβραδυνθεί επίσης σημαντικά από τις δύο δόσεις. Η Pfizer έχει δεσμευτεί ότι θα έχει έτοιμες 50.000.000 δόσεις μέχρι το τέλος του έτους, ωστόσο αυτές πρακτικά μεταφράζονται σε 25.000.000 εμβολιασμένα άτομα, αριθμός πολύ μικρός μπροστά στο συνολικό αριθμό των ανθρώπων που θα πρέπει να εμβολιαστούν.

Τέλος, ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι το εμβόλιο έχει πράγματι 90% αποτελεσματικότητα, ένα από μεγαλύτερα εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεραστούν είναι η άρνηση και η σκεπτικότητα του εμβολιασμού. Τελευταία δεδομένα από έρευνες έδειξαν ότι αν εγκριθεί ένα εμβόλιο αυτή τη στιγμή, μόλις το 50% προτίθεται να το κάνει άμεσα.

Καταλαβαίνουμε επομένως ότι, αν και τα πρώτα δεδομένα σχετικά με το εμβόλιο της Pfizer είναι θετικά, υπάρχουν ακόμα αρκετά εμπόδια που θα πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου να φτάσει τελικά στην αγορά. Επίσης, υπάρχουν ακόμα αρκετά που δεν γνωρίζουμε για το εμβόλιο, επομένως θα πρέπει να περιμένουμε την επίσημη δημοσίευση των αποτελεσμάτων προκειμένου να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει.