Η COVID-19 επηρεάζει λιγότερο τα παιδιά και τους εφήβους συγκριτικά με τους ενήλικες και τους ηλικιωμένους. Αν και το παραπάνω φαινόμενο έχει πλέον επιβεβαιωθεί, ακόμα δεν γνωρίζουμε σε ποια αίτια αποδίδεται.

Μία νέα θεωρία υποστηρίζει ότι ο χαμηλότερος κίνδυνος που διατρέχουν τα παιδιά ενδεχομένως σχετίζεται και με τα εμβόλια που κάνουν τα πρώτα χρόνια ζωής. Ένα από τα εμβόλια που έχει εξεταστεί περισσότερο στην παραπάνω θεωρία είναι το MMR (ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα).

Μία έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν λίγες ημέρες στο επιστημονικό περιοδικό mBio, παρατήρησε ότι οι ασθενείς που έχουν το χαμηλότερο αριθμό αντισωμάτων για την παρωτίτιδα στο αίμα, παρουσιάζουν συνήθως σοβαρότερη νόσηση από COVID-19, ενώ αυτοί που έχουν υψηλά επίπεδα παρουσιάζουν λιγότερα συμπτώματα.

Θέλοντας να εξετάσουν τη σύνδεση ανάμεσα στο εμβόλιο MMR και τον κίνδυνο σοβαρής νόσησης από COVID-19, οι επιστήμονες της έρευνας εξέτασαν τον τίτλο αντισωμάτων για την ιλαρά, την ερυθρά και την παρωτίτιδα στους εθελοντές.

Όπως διαπίστωσαν, οι ασυμπτωματικοί ή οι ασθενείς που παρουσίαζαν ήπια συμπτώματα από COVID-19 είχαν συνήθως υψηλό τίτλο αντισωμάτων (134-300 AU/ml) από το εμβόλιο MMR II, ενώ αντίθετα τα μέτρια ή σοβαρά περιστατικά COVID-19 είχαν πολύ χαμηλό τίτλο (κάτω από 75 AU/ml).

Η στατιστικώς σημαντική ανάστροφη συσχέτιση που διαπίστωσε η έρευνα ανάμεσα στον τίτλο αντισωμάτων, ιδιαίτερα της παρωτίτιδας, είναι κάτι που σίγουρα θα πρέπει να εξεταστεί περισσότερο από μελλοντικές μελέτες, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης.

Καθώς το εμβόλιο MMR είναι ένα από τα πλέον ασφαλή εμβόλια, αν αποδειχθεί ότι μπορεί να προστατεύσει από την COVID-19, τότε θα αποτελεί μία επιλογή στην πρόληψη του ιού.

Αν οι παρατηρήσεις της έρευνας τελικά επιβεβαιωθούν, αυτό πρακτικά θα σημαίνει ότι αν έχετε αντισώματα από το εμβόλιο MMR, τότε έχετε κάποιου βαθμού προστασία από την COVID-19.

Σε Ποιους Μηχανισμούς Μπορεί να Αποδίδεται η Προστατευτική Δράση του Εμβολίου;

Τα παραπάνω αποτελέσματα έχουν αντιμετωπιστεί με σκεπτικότητα από αρκετούς ειδικούς και μη.

Πώς είναι δυνατόν ένα εμβόλιο για την παρωτίτιδα να μπορεί να προστατεύει από τον COVID-19, έναν εντελώς διαφορετικό ιό;

Η απάντηση πιθανώς έγκειται στον τρόπο λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, καθώς και τις ομοιότητες ανάμεσα σε κάποιους ιούς.

Όταν κάνουμε ένα εμβόλιο, το ανοσοποιητικό σύστημα παράγει αντισώματα που στοχεύουν διάφορα αντιγόνα του παθογόνου, γεγονός που του επιτρέπει να αποκριθεί ευκολότερα σε άλλα παθογόνα που έχουν έστω και 1 κοινό αντιγόνο.

Ορισμένοι ιοί, ιδιαίτερα αυτοί που επηρεάζουν το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα, χρησιμοποιούν παρόμοιους μηχανισμούς για να προκαλέσουν νόσηση, οι οποίοι συχνά συνδέονται με τις ίδιες πρωτεΐνες. Επομένως, αν το εμβόλιο MMR δημιουργεί αντισώματα για κάποιο αντιγόνο που «μοιάζει» με αυτά του COVID-19, αυτό μπορεί να δικαιολογήσει κάποιου βαθμού διασταυρούμενη ανοσία.

Ο Χρόνος Χορήγησης του Εμβολίου έχει Σημασία

Όπως διαπίστωσε η έρευνα, αν το εμβόλιο MMR έγινε σύμφωνα με το πρόγραμμα εμβολιασμού, τα επίπεδα των αντισωμάτων έχουν περιοριστεί κάτω από το όριο που συνδέθηκε με μειωμένο κίνδυνο από COVID-19 περίπου στην ηλικία των 14 ετών.

Η παρατήρηση αυτή μπορεί να επιβεβαιώσει σε κάποιο βαθμό τα χαμηλότερα ποσοστά σοβαρής νόσησης που παρατηρούνται στις μικρότερες ηλικίες, καθώς και τα μειωμένα ποσοστά θνησιμότητας. Καθώς η πλειοψηφία των παιδιών κάνουν την πρώτη δόση του MMR στην ηλικία 12-15 μηνών και τη δεύτερη 4-6 ετών, έχουν ακόμα υψηλά επίπεδα αντισωμάτων στα πρώτα χρόνια της ζωής.

Οι παρατηρήσεις της έρευνας μπορούν επίσης να εξηγήσουν μία ακόμα διαφορά που έχει παρατηρηθεί από επιδημιολογικά δεδομένα των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, οι λοιμώξεις από COVID-19 σε παιδιά κάτω των 12 μηνών είναι 65% περισσότερες σε σχέση με αυτές σε παιδιά 2 ετών. Αυτό πιθανώς αποδίδεται στο γεγονός ότι τα βρέφη δεν έχουν κάνει ακόμα το εμβόλιο MMR.

Τι Σημαίνουν τα Αποτελέσματα της Έρευνας

Οι επιστήμονες της παρούσας μελέτης υποστήριξαν ότι, παρά τα θετικά δεδομένα για το εμβόλιο MMR, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να γίνεται σε ενήλικες με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα σήμερα.

Αυτό θα πρέπει να εξεταστεί ίσως ως επιλογή αν γίνουν κλινικές δοκιμές οι οποίες θα αποδείξουν ότι πράγματι μπορεί να προστατεύσει από τον ιό.

Προς το παρόν δεν έχει γίνει κάποια κλινική μελέτη με το παραπάνω τελικό σημείο, επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε και τι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να έχει το εμβόλιο αυτό στους ενήλικες.

Ουσιαστικά θα είναι σαν να αντικαθιστούμε ένα πρόβλημα με ένα άλλο, κατέληξαν οι επιστήμονες.