Σήμερα, έχουμε πλέον αποτελεσματικά εμβόλια για την COVID-19 τα οποία αναπτύχθηκαν, δοκιμάστηκαν και εγκρίθηκαν για επείγουσα χρήση σε χρόνο ρεκόρ. Σε αρκετές χώρες, μάλιστα, η χορήγηση των παραπάνω εμβολίων ξεκίνησε σε λιγότερο από 1 έτος μετά την εμφάνιση του SARS-CoV-2. Αν και η παραγωγή των εμβολίων αυξάνεται σταθερά, η ζήτηση για το εμβόλιο αναμένεται να ξεπεράσει την προσφορά στους επόμενους μήνες. Κατά συνέπεια, η διανομή των εμβολίων θα πρέπει να γίνει με τρόπο που θα διασφαλίζει τα μέγιστα δυνατά οφέλη για το κοινωνικό σύνολο. Σύμφωνα με μία πρόσφατη έρευνα η οποία εξέτασε ειδικά τον παράγοντα ηλικία, ο εμβολιασμός των ηλικιωμένων είναι η προσέγγιση που θα περιορίσει περισσότερο την επιβάρυνση της COVID-19. Αν και ο εμβολιασμός ατόμων νεαρής ηλικίας θα μειώσει μάλλον περισσότερο την κυκλοφορία του ιού στην κοινότητα, ο εμβολιασμός των ηλικιωμένων θα περιορίσει τη θνητότητα από την COVID-19. Επίσης, η ίδια έρευνα υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εμβολιάζονται κατά προτεραιότητα άτομα χωρίς ιστορικό έκθεσης στον ιό, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου υπάρχουν υψηλά ποσοστά λοιμώξεων.

Ορισμένες έρευνες εξέτασαν τις στρατηγικές εμβολιασμού για τη γρίπη, μίας νόσου που επίσης επηρεάζει το αναπνευστικό σύστημα, με σκοπό να προσδιορίσουν την κατάλληλη στρατηγική εμβολιασμού για τον SARS-CoV-2. Μέχρι το 2008 στις ΗΠΑ, προτεραιότητα για τον εμβολιασμό της γρίπης είχαν τα άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών, λόγω του αυξημένου κινδύνου θανάτου από τον ιό. Προκειμένου να εξετάσουν αν η προσέγγιση αυτή ήταν σωστή, επιστήμονες του CDC ανέπτυξαν έναν αλγόριθμο ο οποίος χρησιμοποίησε ένα δυναμικό μοντέλο μετάδοσης με σκοπό να εξεταστούν διάφοροι παράμετροι ταυτόχρονα. Στο παραπάνω μοντέλο εξετάστηκαν τα οφέλη τόσο από την άμεση προστασία ενός ατόμου, όσο και από τον περιορισμό της εξάπλωσης του ιού από το άτομο αυτό. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του παραπάνω μοντέλου, η χορήγηση του εμβολίου της γρίπης σε παιδιά σχολικής ηλικίας και νεαρούς ενήλικες είναι η προσέγγιση που μπορεί να περιορίσει περισσότερο την επιβάρυνση από τη γρίπη (συνολικός αριθμός περιστατικών, συνολικές νοσηλείες, συνολικοί θάνατοι). Τα αποτελέσματα αυτά οδήγησαν σε αλλαγή των οδηγιών με αποτέλεσμα στις ΗΠΑ τα παιδιά να είναι αυτά που έχουν προτεραιότητα στον εμβολιασμό για τη γρίπη, καθώς έτσι μειώνεται σε μεγάλο βαθμό η εξάπλωση του ιού στην κοινότητα σε όλες τις ηλικιακές ομάδες. Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε το παραπάνω μοντέλο για να εξετάσει τις στρατηγικές εμβολιασμού για την COVID-19. Όπως διαπίστωσε, ο εμβολιασμός των ηλικιωμένων προσφέρει τα περισσότερα οφέλη για τον περιορισμό της θνητότητας γι’ αυτό τον ιό.

Αν και μπορεί να περιμέναμε ότι οι στρατηγικές εμβολιασμού για τη γρίπη και για την COVID-19 μπορεί να ταυτίζονται, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μία προσέγγιση που είναι η σωστή για όλα τα εμβόλια, ανεξαρτήτως αν τα παθογόνα είναι παρόμοια. Ποσοτικές αλλαγές στο επιδημιολογικό τοπίο μπορεί να επηρεάσουν την ιδανική προσέγγιση για τον εμβολιασμό του πληθυσμού. Η πιθανότητα μόλυνσης σε κάθε ηλικία είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην παραπάνω εκτίμηση. Οι ηλικιωμένοι εκτίθενται λιγότερο συχνά και μεταδίδουν σπανιότερα τόσο τον ιό της γρίπης όσο και τον SARS-CoV-2. Η γνώση ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από την COVID-19 έχει οδηγήσει αρκετούς ηλικιωμένους να περιορίσουν ακόμα περισσότερο τις κοινωνικές τους συναναστροφές. Αντιθέτως, οι επαγγελματίες που δεν σταματούν την εργασία στο lockdown (essential workers), οι οποίοι διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο μόλυνσης, έχουν συνήθως νεαρότερη ηλικία. Οι παραπάνω παράγοντες δείχνουν ότι προτεραιότητα στον εμβολιασμό θα πρέπει να έχουν μάλλον οι νεαρότερες ηλικίες, ωστόσο υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που θα πρέπει να εξεταστούν.

Η αποτελεσματικότητα των εμβολίων είναι ένας ακόμα παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Τα εμβόλια που προσφέρουν τα περισσότερα άμεσα οφέλη στην πρόληψη της λοίμωξης, προσφέρουν και περισσότερα οφέλη έμμεσα. Εμβόλια με υψηλή αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της λοίμωξης μπορεί να περιορίσουν σε μεγάλο βαθμό την εξάπλωση του ιού, εφόσον χορηγηθούν σε μικρότερες ηλικίες, κάτι που δεν ισχύει για εμβόλια με μέτρια/χαμηλή αποτελεσματικότητα. Λαμβάνοντας υπόψη την εξαιρετικά υψηλή αποτελεσματικότητα των εμβολίων που κυκλοφορούν σήμερα και χωρίς να συνυπολογίζουμε άλλους παράγοντες, φαίνεται ότι τα εμβόλια θα πρέπει να χορηγηθούν πρώτα σε νεαρότερες ηλικιακές ομάδες. Ωστόσο, οι κλινικές δοκιμές που εξέτασαν τα παραπάνω εμβόλια δεν είχαν ως τελικό σημείο την ικανότητα των τελευταίων να προλαμβάνουν τη λοίμωξη, παρά μόνο τη νόσηση. Αν τα εμβόλια τελικά προστατεύουν μόνο από τη νόσηση, τότε η προτεραιότητα για τον εμβολιασμό ανάλογα με την ηλικία ανατρέπεται και θα είναι προτιμότερο να εμβολιαστούν πρώτα άτομα μεγαλυτέρων ηλικιών.

Ωστόσο, οι επιδράσεις των παραγόντων που εξετάστηκαν στις 2 παραπάνω παραγράφουν αντισταθμίζονται σε μεγάλο βαθμό από τη συνολική μολυσματικότητα και τις διαφορές στη θνητότητα ανάλογα με την ηλικία. Όσο περισσότερο μολυσματικός είναι ένας ιός (σύμφωνα με το R0), τόσο λιγότερα είναι τα έμμεσα οφέλη που προσφέρουν τα εμβόλια. Αυτό συμβαίνει γιατί ο ιός εξαπλώνεται ευκολότερα σε άτομα που δεν έχουν εμβολιαστεί. Γνωρίζουμε σήμερα ότι το R0 του SARS-CoV-2 είναι διπλάσιο από αυτό της γρίπης. Οι διαφορές στη θνητότητα ανάλογα με την ηλικία έχουν επίσης σημαντική διαφορά ανάμεσα στις 2 λοιμώξεις. Συγκεκριμένα, οι ασθενείς ηλικίας 71-80 ετών που νοσηλεύονται για COVID-19 έχουν 46.2 φορές αυξημένο κίνδυνο να καταλήξουν συγκριτικά με ασθενείς ηλικίας 18-30 που νοσηλεύονται για την ίδια νόσο. Για τη γρίπη, οι νοσηλευόμενοι ηλικίας 71-80 ετών διατρέχουν 9.3 φορές αυξημένο κίνδυνο συγκριτικά με αυτούς ηλικίας 18-30 ετών. Καταλαβαίνουμε επομένως, ότι οι έμμεσες επιδράσεις από τον εμβολιασμό νεαρότερων ηλικιών, κατά πάσα πιθανότητα δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο στους ηλικιωμένους. Άλλα χαρακτηριστικά των εμβολίων μπορεί επίσης να επηρεάσουν τις στρατηγικές εμβολιασμού. Για παράδειγμα, στο εμβόλιο της γρίπης η αποτελεσματικότητα μειώνεται στις μεγαλύτερες ηλικίες, κάτι που δεν ισχύει στα εμβόλια της COVID-19, τα οποία έχουν συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα.

Ένας ακόμα παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η αποτελεσματικότητα των μη φαρμακευτικών παρεμβάσεων σε κάθε ηλικία. Ορισμένες από αυτές, όπως οι μάσκες και η κοινωνική αποστασιοποίηση μειώνουν τον κίνδυνο μόλυνσης, ανεξαρτήτως συμπτωμάτων. Άλλοι, όπως η θερμομέτρηση, βασίζονται στην παρουσία συμπτωμάτων και επομένως μπορεί να μην είναι αποτελεσματικά στον περιορισμό της μετάδοσης από ασυμπτωματικούς φορείς. Όταν η σοβαρότητα των συμπτωμάτων συνδέεται με την ηλικία, κάτι που ισχύει τόσο στην COVID-19 όσο και στη γρίπη, αντίστοιχη σύνδεση υπάρχει και στην αποτελεσματικότητα των μέτρων που βασίζονται στα συμπτώματα. Καθώς τα άτομα νεαρότερης ηλικίας είναι συνήθως ασυμπτωματικά, τα μέτρα πρόληψης που βασίζονται στην παρουσία συμπτωμάτων δεν μπορούν να περιορίσουν την εξάπλωση του ιού σε αυτές τις ηλικίες. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον εμβολιασμό. Υπό την παραπάνω προϋπόθεση, η καθυστέρηση του εμβολιασμού στις νεαρότερες ηλικιακές ομάδες θα αυξήσει το λόγο ασυμπτωματικών/συμπτωματικών λοιμώξεων. Είναι γνωστό σήμερα ότι το υψηλότερο ποσοστό εξάπλωσης του SARS-CoV-2 αποδίδεται σε ασυμπτωματική μετάδοση. Αν και η πληροφορία αυτή δεν αναμένεται να επηρεάσει την προτεραιότητα του εμβολιασμού για την COVID-19, οι φορείς υγείας θα πρέπει να γνωρίζουν τη δυναμική αυτή και τον τρόπο που μεταβάλλεται σε μία περίοδο όπου ένας μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων θα έχει εμβολιαστεί και οι περισσότεροι νεαροί ενήλικες θα είναι ανεμβολίαστοι. Είναι σημαντικό να συνεχιστεί η τήρηση των μέτρων πρόληψης μέχρι να έχουμε υψηλό επίπεδο εμβολιαστικής κάλυψης σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Η σύνθετη αλληλεπίδραση των παραπάνω επιδημιολογικών, κλινικών, συμπεριφορικών και σχετιζόμενων με τον εμβολιασμό παραγόντων, υπογραμμίζει τη σημαντικότητα της προσαρμογής των στρατηγικών εμβολιασμού στα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε παθογόνου. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να αναπτυχθούν συγκεκριμένα μοντέλα, αντίστοιχα με αυτά που χρησιμοποιήθηκαν σε ιούς όπως ο έρπητας ζωστήρας, ο HPV και η ανεμευλογιά, ιούς δηλαδή που έχουν διαφορετικές επιδράσεις σε κάθε ηλικία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ακρίβεια των επιδημιολογικών μοντέλων εξαρτάται από τα δεδομένα που εισάγουμε σε αυτούς. Αυτή τη στιγμή υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση ως προς τη συμπεριφορά της κάθε ηλικίας, αλλά και ως προς την εφαρμογή των μέτρων πρόληψης σε κάθε χώρα.

Η παρούσα μελέτη εξέτασε το σύνολο των διαθέσιμων δεδομένων και, με βάση το μοντέλο που χρησιμοποίησε, αποφάνθηκε ότι η στρατηγική που θα περιορίσει περισσότερο τη θνητότητα είναι ο εμβολιασμός των ηλικιωμένων. Ο εμβολιασμός τόσο για τον SARS-CoV-2 όσο και για τη γρίπη θα πρέπει να προσαρμοστεί με βάση την ισορροπία ανάμεσα στα άμεσα οφέλη στην πρόληψη της θνητότητας και τα έμμεσα οφέλη στον περιορισμό εξάπλωσης του ιού. Αν και εμβολιάζοντας τα άτομα νεαρής ηλικίας μπορούμε να αναστείλουμε την εξάπλωση του ιού, με την προσέγγιση αυτή δεν σώζουμε τις περισσότερες ζωές. Για ένα παθογόνο όπως ο SARS-CoV-2 που παρουσιάζει τόσο μεγάλες διαφορές στη νόσηση που προκαλεί ανάλογα με την ηλικία, είναι προφανές ότι θα πρέπει να εμβολιαστούν πρώτα τα άτομα που διατρέχουν τον υψηλότερο ατομικό κίνδυνο.