Είναι γνωστό ότι τα εμβόλια που χρησιμοποιούνται σήμερα ενεργοποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτρέποντάς του να αναγνωρίσει τον SARS-CoV-2 στο ενδεχόμενο μίας μελλοντικής έκθεσης του οργανισμού σε αυτόν. Ορισμένα εμβόλια χρησιμοποιούν ολόκληρο το παθογόνο για την επίτευξη του παραπάνω στόχου, άλλα χρησιμοποιούν τμήματα του ιού, ενώ δεν είναι λίγα και τα εμβόλια που έχουν εξετάσει εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις.

Τα εμβόλια υπομονάδων, όπως το εμβόλιο της Novavax για την COVID-19, περιέχουν μία πρωτεΐνη, ένα πολυσακχαρίτη ή ένα συνδυασμό των παραπάνω τα οποία προέρχονται από το παθογόνο. Η προσέγγιση αυτή είναι αρκετά ασφαλής, καθώς τα μόρια αυτά δεν μπορούν να προκαλέσουν νόσηση από μόνα τους.

Τα εμβόλια της κατηγορίας αυτής, περιέχουν ένα μικρό μόλις κομμάτι του ιού, επομένως είναι πολύ σπάνιο να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Ωστόσο, η ανοσία που αναπτύσσει ο οργανισμός από τα παραπάνω εμβόλια έχει συνήθως μικρή διάρκεια.

Για την αντιμετώπιση του τελευταίου προβλήματος, οι επιστήμονες που αναπτύσσουν τα εμβόλια υπομονάδων προσθέτουν επίσης ορισμένες ενισχυτικές ουσίες οι οποίες έχουν ως στόχο να ισχυροποιήσουν την ανοσιακή απόκριση και να παρατείνουν τη διάρκεια της ανοσίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν είναι νέα και έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν με επιτυχία σε άλλα εμβόλια. Για παράδειγμα, το εμβόλιο της ηπατίτιδας Β και το εμβόλιο του κοκκύτη αποτελούν επίσης εμβόλια υπομονάδων.

Εμβόλιο COVID-19 της Novavax

Το πειραματικό εμβόλιο της Novavax για την COVID-19 αποτελεί ένα ανασυνδυασμένο εμβόλιο υπομονάδων, δηλαδή περιέχει τμήματα του SARS-CoV-2 που έχουν κατασκευαστεί στο εργαστήριο και δεν απομονώθηκαν από τον ίδιο τον ιό.

Το εμβόλιο ονομάζεται NVX-CoV2373 και βρίσκεται σήμερα στο 3ο στάδιο των κλινικών δοκιμών.

Η Novavax παρασκευάζει το εμβόλιο καλλιεργώντας υψηλές ποσότητες της πρωτεΐνης ακίδας του SARS-CoV-2 σε κύτταρα εντόμων. Ακολούθως, οι πρωτεΐνες απομονώνονται από τα κύτταρα και μετατρέπονται σε νανοσωματίδια μέσω μίας άλλης διαδικασίας.

Η πρωτεΐνη ακίδα στη φυσική της μορφή δεν προκαλεί ικανοποιητική ανοσιακή απόκριση, ωστόσο όταν μετατραπεί σε νανοσωματίδιο, η ανοσιακή απόκριση που προκαλείται μπορεί να διασφαλίσει ανοσία από τον SARS-CoV-2. Η Novavax χρησιμοποιεί επίσης μία ενισχυτική ουσία στο εμβόλιό της προκειμένου να διασφαλίσει την ικανοποιητική ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Το εμβόλιο προφανώς δεν μπορεί να προκαλέσει COVID-19 καθώς δεν περιέχει σωματίδια του ιού, ούτε επαρκή τμήματά του για να δημιουργηθούν νέοι ιοί.

Σύμφωνα με την τελευταία ανακοίνωση της Novavax, το εμβόλιο της εταιρίας έχει 89.3% αποτελεσματικότητα, όπως έδειξαν τα δεδομένα από το κομμάτι των κλινικών δοκιμών που διεξάγεται στη Μεγάλη Βρετανία. Στις κλινικές δοκιμές αυτές εξετάστηκαν και αρκετοί ασθενείς που είχαν μολυνθεί από νεότερα στελέχη του ιού.

Συγκεκριμένα, αναλύοντας τα δεδομένα ειδικά για το κάθε στέλεχος, οι επιστήμονες της έρευνας διαπίστωσαν ότι το εμβόλιο έχει 85.6% αποτελεσματικότητα ενάντια στο στέλεχος της Β117 της Μεγάλης Βρετανίας και 95.6% για το αρχικό στέλεχος του SARS-CoV-2.

Όπως υποστήριξε η εταιρία, τα επίσημα δεδομένα για το εμβόλιό της θα δημοσιευτούν στις αρχές Απριλίου και ακολούθως θα υποβληθούν προς επείγουσα έγκριση από το FDA των ΗΠΑ.

Άλλα Εμβόλια Υπομονάδων

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 2 ακόμα εμβόλια υπομονάδων για την COVID-19 τα οποία βρίσκονται στο 3ο στάδιο των κλινικών δοκιμών. Το πρώτο είναι το RBD-Dimer, το οποίο έχει αναπτυχθεί από την εταιρία Anhui Zhifei Longcom Biopharmaceutical και το Institute of Microbiology Chinese Academy of Sciences.

Το δεύτερο είναι το EpiVacCorona, το οποίο έχει αναπτυχθεί από το Russian Vector Institute της Σιβηρίας. Αν και το εμβόλιο αυτό έχει ήδη εγκριθεί και κυκλοφορεί στη Ρωσία, δεν έχουν δημοσιευτεί ακόμα δεδομένα για την αποτελεσματικότητά του από κλινικές δοκιμές μεγάλης κλίμακας.

Αν και τα εμβόλια υπομονάδων χρησιμοποιούνται εδώ και αρκετά χρόνια σε άλλες λοιμώξεις, οι εταιρίες που παρασκευάζουν εμβόλια COVID-19 προφανώς θα κάνουν διαφορετικές τροποποιήσεις στα εμβόλιά τους.

Ένα πλεονέκτημα των εμβολίων που χρησιμοποιούν την παραπάνω τεχνολογία είναι ότι δεν χρειάζονται αποθήκευση σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες, γεγονός που καθιστά ευκολότερη τη μεταφορά και χορήγησή τους σε χώρες που δεν έχουν κατάλληλες υποδομές.