Τελευταία δεδομένα από τη Μεγάλη Βρετανία έχουν δείξει ότι το 83% των ασθενών που νόσησαν από COVID-19 έχουν ακόμα ανοσία από τον ιό 5 μήνες αργότερα. Η παραπάνω διαπίστωση δημιουργεί αρκετά ερωτήματα σχετικά με την προτεραιότητα του εμβολιασμού, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της περιορισμένης διαθεσιμότητας των εμβολίων.

Καθώς τα ποσοστά θνητότητας, αλλά και ο συνολικός αριθμός περιστατικών συνεχίζει να αυξάνεται, είναι σημαντικό να καταφέρουμε να προστατεύσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα από τον ιό. Εφόσον μία ομάδα ατόμων, επομένως, έχει προστασία από αυτόν, μήπως θα πρέπει να εξαιρεθεί αρχικά από τον εμβολιασμό;

Σήμερα εξετάζονται αρκετές διαφορετικές προσεγγίσεις με σκοπό να αυξηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η πληθυσμιακή κάλυψη με τουλάχιστον 1 δόση του εμβολίου. Για παράδειγμα, στη Μεγάλη Βρετανία, το διάστημα ανάμεσα στην 1η και τη 2η δόση έχει αυξηθεί με σκοπό να χορηγηθεί 1 δόση σε όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα. Θα μπορούσε λοιπόν ένα άλλο μέτρο να είναι η προτεραιότητα του εμβολιασμού σε άτομα που δεν έχουν ιστορικό λοίμωξης;

Αρχικά, πόσο σίγουροι είμαστε ότι οι ασθενείς που έχουν αναρρώσει είναι ακόμα προστατευμένοι από τον ιό 5 μήνες αργότερα; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αντισώματα που παρήχθησαν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, θα παραμείνουν για κάποιο διάστημα, περιορίζοντας τον κίνδυνο επαναλοίμωξης. Ωστόσο, τα δεδομένα της Μεγάλης Βρετανίας εξέτασαν αποκλειστικά επαγγελματίες υγείας και συγκεκριμένα τα ποσοστά γιατρών που νόσησαν ξανά από τον ιό.

Παρά το γεγονός ότι τα περιστατικά του ιού παρουσιάζουν αύξηση, τους τελευταίους 5 μήνες έχουν γίνει σημαντικά βήματα προόδου. Αρχικά, υπάρχει μεγάλη διαθεσιμότητα προστατευτικού εξοπλισμού (ειδικά για τους επαγγελματίες υγείας), ενώ γίνεται και καλύτερη μόνωση των ασθενών με COVID-19 στα νοσοκομεία. Το γεγονός αυτό καθιστά δυσκολότερο να διαπιστωθεί αν πράγματι τα μειωμένα ποσοστά λοιμώξεων σε αυτό τον πληθυσμό αποδίδονται στα αντισώματα.

Εξετάσεις Αντισωμάτων

Μπορούμε, λοιπόν, να εξετάζουμε τα επίπεδα των αντισωμάτων σε κάθε άτομο και να μην εμβολιάζουμε όσους έχουν επαρκή επίπεδα; Σήμερα, κυκλοφορούν αρκετές εξετάσεις αντισωμάτων, ωστόσο όλες απαιτούν ένα δείγμα αίματος.

Αυτή τη στιγμή είναι πολύ δύσκολο να γίνουν μαζικές εξετάσεις στον πληθυσμό με ρινοφαρυγγικά δείγματα, επομένως προφανώς είναι ανέφικτο να γίνουν εξετάσεις αίματος στο σύνολο του πληθυσμού.

Θα μπορούσαμε ίσως να χρησιμοποιήσουμε τα δεδομένα των ιχνηλατήσεων με σκοπό να διαπιστώσουμε ποιοι είναι αυτοί που πρέπει να κάνουν πρώτα το εμβόλιο;

Αν και αυτή θα μπορούσε να είναι μία ρεαλιστική προσέγγιση, πρακτικά τα δεδομένα των ιχνηλατήσεων δεν είναι 100% ακριβή. Ιδιαίτερα στην αρχή της πανδημίας, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού πίστευε ότι είχε εκτεθεί στον ιό επειδή «μπήκε στο λεωφορείο», χωρίς ωστόσο να έχει κάνει εξετάσεις που θα επιβεβαιώσουν αυτό τον ισχυρισμό.

Οι μαζικές διαγνωστικές εξετάσεις με ρινοφαρυγγικά δείγματα σίγουρα μας προσφέρουν μία καλύτερη εικόνα, ωστόσο υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να εξαιρεθούν από τον εμβολιασμό άτομα με ψευδώς θετικές εξετάσεις, εφόσον εφαρμοστεί αυτή η προσέγγιση.

Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες προσεγγίσεις στην παρούσα πανδημία, συχνά μικρές λεπτομέρειες αποτελούν σημαντικό εμπόδιο στην υλοποίησή της. Ο εμβολιασμός θα ήταν δυνατό να γίνει περισσότερο στοχευμένος αν γνωρίζαμε ποια είναι η διάρκεια της ανοσίας από τα αντισώματα και αν υπήρχε άμεση πρόσβαση σε εξετάσεις αντισωμάτων. Καθώς αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει τίποτα από τα δύο είναι αδύνατο να εξαιρεθούν από τον εμβολιασμό τα άτομα με ιστορικό λοίμωξης COVID-19.