Σύμφωνα με τα δεδομένα που δημοσίευσαν η Pfizer και η Moderna για τις κλινικές δοκιμές των εμβολίων τους, 8 εθελοντές παρουσίασαν παράλυση του Bell τις ακόλουθες εβδομάδες μετά τη λήψη των εμβολίων. Η σπάνια αυτή ανεπιθύμητη ενέργεια, σε συνδυασμό με τα 3 περιστατικά αλλεργικής αντίδρασης που εμφανίστηκαν όταν άρχισε η μαζική χορήγηση του εμβολίου, χρησιμοποιούνται από αρκετούς αντιεμβολιαστές με σκοπό να δημιουργήσουν αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια των εμβολίων.

Ωστόσο, η ανάλυση των περιστατικών της παράλυσης του Bell στις παραπάνω έρευνες έδειξε ότι η συχνότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας στο περιβάλλον της κλινικής δοκιμής ταυτίζεται με τη συχνότητά της στο γενικό πληθυσμό.

Τι είναι η Παράλυση του Bell;

Η παράλυση του Bell είναι μία νευρική νόσος που προκαλεί μερική ή ολική παράλυση στη μία πλευρά του προσώπου. Τα συμπτώματά της εμφανίζονται αιφνιδίως και συνήθως υποχωρούν μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες. Αν και συχνά είναι δύσκολο να προσδιοριστούν επακριβώς τα αίτια της νόσου, γνωρίζουμε ότι είναι δυνατό να προκληθεί από ιογενείς λοιμώξεις.

Σύμφωνα με δεδομένα από τις ΗΠΑ, η παράλυση του Bell επηρεάζει σχεδόν 40.000 άτομα ετησίως, αριθμός που αντιστοιχεί στο 0.01% περίπου του πληθυσμού της χώρας.

Στην κλινική δοκιμή της Pfizer-BioNTech, η οποία εξέτασε συνολικά 44.000 εθελοντές, εμφανίστηκαν συνολικά 4 περιστατικά παράλυσης του Bell, που αντιστοιχούν στο 0.0091% του συνολικού πληθυσμού της μελέτης. Η επιπλοκής εμφανίστηκε στους εθελοντές την 3η, 9η, 37η και 48η ημέρα αντίστοιχα. Κανένας από τους εθελοντές που παρουσίασαν την ανεπιθύμητη ενέργεια δεν ήταν στην ομάδα ελέγχου.

Αντίστοιχα, στην κλινική δοκιμή του εμβολίου της Moderna, στην οποία έλαβαν μέρος συνολικά 30.400 εθελοντές, καταγράφηκαν 4 περιστατικά παράλυσης του Bell (0.0099%). Από τους 3 παραπάνω εθελοντές, μάλιστα, ο ένας ήταν στην ομάδα ελέγχου. Στους 3 εθελοντές της ομάδας που έλαβε το εμβόλιο, η παράλυση εμφανίστηκε την 22η, 28η και 32η ημέρα μετά τη χορήγηση της 2ης δόσης.

Αν και σύμφωνα με τα δεδομένα που εξέδωσε το FDA σχετικά με τις παραπάνω κλινικές δοκιμές, τα περιστατικά παράλυσης του Bell «δεν πρέπει να μας ανησυχήσουν καθώς εμφανίστηκαν στην ίδια συχνότητα με το γενικό πληθυσμό», ο οργανισμός υποστήριξε ότι θα πρέπει να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε τα ποσοστά της παραπάνω επιπλοκής κατά τη μαζική χορήγηση του εμβολίου.

Η παράλυση του Bell μπορεί να αντιμετωπιστεί. Η χορήγηση από του στόματος στεροειδών μέσα σε 72 ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων μπορεί να επαναφέρει πλήρως τη λειτουργία των νεύρων.

Πως Πρέπει να Ερμηνεύσουμε τα Παραπάνω Αποτελέσματα

Τα λίγα περιστατικά παράλυσης του Bell που παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές των εμβολίων της COVID-19 δεν πρέπει να μας αποθαρρύνουν να κάνουμε το εμβόλιο, αν ανήκουμε σε ομάδες που έχουν προτεραιότητα για τη λήψη του. Προς το παρόν, ο αριθμός των περιστατικών ταυτίζεται με το ποσοστό της νόσου στο γενικό πληθυσμό, γεγονός που δείχνει ότι η εμφάνιση της νόσου δεν αποδίδεται στο εμβόλιο.