Τους τελευταίους μήνες, τα δεδομένα που δείχνουν ότι τα αντισώματα του COVID-19 μειώνονται ταχέως μετά την αποδρομή της λοίμωξης συσσωρεύονται. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό αναφορικά με την ανοσία, ούτε σημαίνει ότι η προστασία που προσφέρουν τα εμβόλια θα έχει μικρή διάρκεια.

Αρκετοί ειδικοί είχαν τονίσει ότι τα επίπεδα των αντισωμάτων δεν πρέπει να συγχέονται με την ισχύ της ανοσίας, επομένως είναι λάθος να υποθέτουμε όταν όταν τα αντισώματα είναι χαμηλά, το ίδιο θα συμβαίνει και με την ανοσία.

«Η συγκέντρωση των αντισωμάτων στο αίμα δεν ταυτίζεται με την ισχύ της ανοσίας», δήλωσε η Eleanor Riley, καθηγήτρια ανοσολογίας και λοιμωξιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.

Τόσο η Riley όσο και αρκετοί άλλοι επιστήμονες ανέφεραν ότι οι έρευνες που διαπίστωσαν τη μείωση στα επίπεδα των αντισωμάτων (υποθέτοντας ότι το ίδιο συμβαίνει και με την ανοσία) δεν έχουν λάβει υπόψη τους σύνθετους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα προκειμένου να αναπτυχθεί ανοσία στις λοιμώξεις.

«Η ανοσία δεν είναι κάτι που μπορούμε να ποσοτικοποιήσουμε υπολογίζοντας τα επίπεδα των αντισωμάτων ή την απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων», υποστήριξε. «Η ανοσία διασφαλίζει ουσιαστικά ότι το ανοσοποιητικό σύστημα θα καταφέρει να αντιμετωπίσει ταχέως το παθογόνο σε μία μελλοντική έκθεση, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ήπια ή καθόλου συμπτώματα. Αυτός είναι ο ορισμός της προστατευτικής ανοσίας».

Αν και τα αντισώματα που παράγονται μετά τη φυσική λοίμωξη από COVID-19 φθίνουν μέσα σε λίγους μήνες, όπως διαπίστωσαν αρκετές μελέτες, τα εμβόλια του COVID-19 που εξετάζονται σήμερα έχουν αναπτυχθεί έτσι ώστε να προκαλούν ισχυρή ανοσιακή απόκριση επάγοντας την ανάπτυξη ανοσιακής μνήμης.

Η Ανοσιακή Μνήμη είναι Σημαντικότερη

«Η απόκριση αντισωμάτων έχει συνήθως μικρή διάρκεια καθώς μόλις επιτελέσει το σκοπό της δεν την χρειαζόμαστε άλλο», είπε ο Jonathan Stoye, επικεφαλής ιολογίας στο Francis Crick Institute.

«Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι η ανοσία (είτε προκλήθηκε από εμβόλιο είτε από φυσική λοίμωξη) έχει μικρή διάρκεια. Τα κύτταρα μνήμης μπορούν να αποκριθούν και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά μία νέα λοίμωξη».

Καθώς ο SARS-CoV-2, ο ιός δηλαδή που προκαλεί COVID-19, είναι ακόμα σχετικά νέος, οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμα ποια επίπεδα ανοσίας είναι επαρκή προκειμένου ο ασθενής να είναι προστατευμένος. Ωστόσο, αρκετές εταιρίες που παρασκευάζουν εμβόλια έχουν εστιάσει στην απόκριση αντισωμάτων και την απόκριση των Τ λεμφοκυττάρων, οι οποίες φαίνεται ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη μακροπρόθεσμη ανοσία.

«Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι αρκετά σύνθετο. Γνωρίζουμε ότι τα αντισώματα είναι σημαντικά, ωστόσο δεν μας δίνουν πλήρη εικόνα», είπε ο Lawrence Young, καθηγητής μοριακής ογκολογίας στο Warwick University. «Το σημαντικό είναι η ανοσιακή μνήμη».

Τα Τ και τα Β λεμφοκύτταρα παίζουν ίσως το σημαντικότερο ρόλο στην ανοσία. Μετά την παραγωγή αντισωμάτων για μία συγκεκριμένη λοίμωξη, ο οργανισμός χρησιμοποιεί τα παραπάνω κύτταρα προκειμένου να αναπτύξει μνήμη για το παθογόνο. «Ως αποτέλεσμα, στο ενδεχόμενο μίας μελλοντικής έκθεσης στον ιό, η απόκριση των αντισωμάτων θα ξεκινήσει πολύ ταχύτερα», είπε ο Young.

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των εμβολίων είναι ότι οι επιστήμονες μπορούν να επιλέξουν ως στόχο ένα από τα κύρια τμήματα του παθογόνου (στην περίπτωση του SARS-CoV-2 είναι η πρωτεΐνη ακίδα που βρίσκεται στην επιφάνεια του ιού) διασφαλίζοντας έτσι την ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας ανοσιακή απόκριση από τα Τ και τα Β λεμφοκύτταρα.

Ορισμένα εμβόλια περιέχουν επίσης ενισχυτικές ουσίες, οι οποίες βελτιώνουν την ανοσιακή απόκριση, ενώ άλλα χορηγούνται σε περισσότερες της μίας δόσεις οι οποίες διασφαλίζουν μακροπρόθεσμη ανοσία.

«Θεωρητικά, τα εμβόλια θα δημιουργούν ανοσία μεγαλύτερης διάρκειας, ανεξαρτήτως αν η ανοσία της φυσικής λοίμωξης φθίνει ταχέως», υποστήριξε ο Danny Altmann, καθηγητής ανοσολογίας στο Imperial College London.

Βιβλιογραφία: Medscape