Τα συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα, όπως η διάρροια, ο έμετος και το κοιλιακό άλγος εμφανίζονται αρκετά συχνά σε ασθενείς με COVID-19. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μίας μετα-ανάλυσης που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο του American College of Gastroenterology (ACG), η παρουσία των παραπάνω συμπτωμάτων σε έναν ασθενή συνδέεται με σοβαρότερη νόσηση και χειρότερη πρόγνωση.

Αν και στην αρχή της πανδημίας, η διάγνωση του COVID-19 γινόταν κυρίως από τα συμπτώματα που προκαλεί στο αναπνευστικό, σήμερα γνωρίζουμε πλέον ότι ο ιός μπορεί να επηρεάσει αρκετά οργανικά συστήματα, μεταξύ των οποίων και το γαστρεντερικό.

Η συστηματική μελέτη και μετα-ανάλυση εξέτασε δεδομένα από 38 έρευνες που είχαν εστιάσει στα γαστρεντερικά συμπτώματα τω ασθενών με COVID-19.

Από τους περίπου 8.400 ασθενείς που εξετάστηκαν, το 15% παρουσίασε τουλάχιστον ένα σύμπτωμα από το γαστρεντερικό. Τα ποσοστά της διάρροιας και της ναυτίας/εμέτου ήταν 12% και 8% αντίστοιχα. Οι ασθενείς που είχαν ήδη διάρροια όταν τέθηκε η διάγνωση του COVID-19 είχαν 63% αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρή νόσηση αργότερα.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες της μελέτης, το φαινόμενο αυτό αποδίδεται στο υψηλότερο ιικό φορτίο που πιθανώς έχουν οι παραπάνω ασθενείς. Το αυξημένο ιικό φορτίο έχει συνδεθεί με συστηματική ανοσιακή απόκριση και επιπλοκές από το αναπνευστικό σύστημα. Κατά συνέπεια, όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, οι ασθενείς με συμπτώματα από το γαστρεντερικό θα πρέπει να εξετάζονται ως ομάδα υψηλού κινδύνου για τη σοβαρή νόσηση από τον ιό.

Μία άλλη έρευνα που παρουσιάστηκε στο συνέδριο εξέτασε δεδομένα από 921 ασθενείς με θετικές εξετάσεις για τον SARS-CoV-2 από ένα κεντρικό νοσοκομείο στο Σικάγο.

Συνολικά, το 22.4% των ασθενών παρουσίασε τουλάχιστον 1 σύμπτωμα από το γαστρεντερικό, με τη ναυτία και τον έμετο να αποτελούν τα συχνότερα συμπτώματα.

Τα συμπτώματα του γαστρεντερικού στους ασθενείς με COVID-19 συνδέθηκαν επίσης με χειρότερη πρόγνωση και υψηλότερα ποσοστά νοσηλειών, εισαγωγής στη ΜΕΘ και διασωλήνωσης, ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων. Η παρουσία περισσοτέρων του ενός γαστρεντερικών συμπτωμάτων συνδέθηκε μάλιστα με ακόμα χειρότερη πρόγνωση.

Σύμφωνα με τους γιατρούς της παραπάνω μελέτης, τα γαστρεντερικά συμπτώματα αποτελούν προγνωστικό παράγοντα σοβαρής νόσησης και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαλογή των ασθενών.

Μία τρίτη μελέτη από τη Νέα Υόρκη εξέτασε τη συχνότητα της αιμορραγίας από το γαστρεντερικό σε ασθενείς με COVID-19.

Από τους 1.206 ασθενείς που εξετάστηκαν, το 3.1% παρουσίασε αιμορραγία από το γαστρεντερικό, με 16 ασθενείς να παρουσιάζουν σοβαρή αιμορραγία. Η αιμορραγία εντοπίστηκε συχνότερα στον ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα με αρκετούς ασθενείς να παρουσιάζουν αιματέμεση.

Συνολικά 412 (34%) από τους παραπάνω ασθενείς κατέληξαν. Οι ασθενείς που έπαιρναν αντιπηκτικά φάρμακα είχαν υψηλότερο κίνδυνο θανάτου σε σχέση με αυτούς που δεν έκαναν αντιπηκτική αγωγή.

Ωστόσο, όπως υποστήριξαν οι γιατροί της παραπάνω μελέτης, η παρουσία αιμορραγίας από το γαστρεντερικό δεν συνδέθηκε με αυξημένη θνησιμότητα συνολικά. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει λόγος διακοπής της αντιπηκτικής αγωγής στους ασθενείς, εφόσον η αρχική συνταγογράφηση των φαρμάκων έχει βασιστεί σε σαφείς ενδείξεις και εφόσον ο ασθενής δεν έχει αντενδείξεις για τη χορήγηση της φαρμάκων.

Βιβλιογραφία: Medscape