Οι ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με ήπιο COVID-19 στην Κίνα δεν παρουσίασαν παρόμοια ανοσιακή απόκριση, ενώ αρκετοί από αυτούς παρήγαγαν διαφορετικές ποσότητες εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Μάλιστα, ένα μικρό ποσοστό ασθενών παρήγαγε μικρό αριθμό αντισωμάτων με αποτέλεσμα να μην είναι ανιχνεύσιμα στην εξέταση.

Από το σύνολο 175 ασθενών που εξετάστηκαν, το 30% παρουσίασε τίτλο αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 κάτω από 500, ενώ 10 ασθενείς είχαν επίπεδα αντισωμάτων κάτω από το όριο που μπορεί να ανιχνεύσει η εξέταση, όπως διαπίστωσε η έρευνα από την Κίνα.

Ο τίτλος αντισωμάτων ήταν υψηλότερος στους άνδρες και στους ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας, καθώς και σε όσους είχαν συμπτώματα ισχυρής ανοσιακής απόκρισης, υποστήριξαν οι επιστήμονες κατά τη δημοσίευση της μελέτης τους στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Internal Medicine.

Σε ένα άρθρο που συνόδευσε τα αποτελέσματα της έρευνας, ο Mitchell Katz, MD, ένας εκ των συντακτών του JAMA Internal Medicine, ανέδειξε για άλλη μία φορά το γεγονός ότι οι ασθενείς που παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων είναι αυτοί που επηρεάζονται περισσότερο από τον ιό.

«Οι άνδρες, οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς με ισχυρή φλεγμονώδη απόκριση έχουν συνήθως χειρότερη πρόγνωση, γεγονός που δείχνει ότι ο υψηλότερος τίτλος αντισωμάτων δεν συνεπάγεται υψηλότερα ποσοστά ανάρρωσης», έγραψε ο Katz.

Αναφέρθηκε επίσης στους 10 ασθενείς που είχαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων, παρά το γεγονός ότι είχαν επιβεβαιωμένη λοίμωξη.

«Αυτοί οι ασθενείς μπορεί να νοσήσουν και πάλι στο μέλλον ή είναι προστατευμένοι από τα Τ λεμφοκύτταρα και τα Β λεμφοκύτταρα μνήμης;», αναρωτήθηκε ο Katz.

Ο επικεφαλής της έρευνας, Jinghe Huang, PhD, από το Fudan University της Σαγκάης, και οι συνεργάτες του τόνισαν ότι τα εξουδετερωτικά αντισώματα δεν βοηθούν μόνο στην ανάρρωση και την προστασία από ιογενείς λοιμώξεις, αλλά χρησιμοποιούνται και ως μέτρο εκτίμησης για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Οι ερευνητές εξέτασαν δεδομένα από ασθενείς στη Σαγκάη που διαγνώστηκαν με COVID-19 από τις 24 Ιανουαρίου μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου. Οι ασθενείς αυτοί νοσηλεύτηκαν σε καραντίνα, ωστόσο παρουσίασαν ήπια συμπτώματα (πυρετό, συμπτώματα από το αναπνευστικό και ακτινολογικά ευρήματα πνευμονίας). Η έρευνα δεν εξέτασε ασθενείς με σοβαρή νόσηση, καθώς σε αυτούς χορηγείται τυπικά θεραπεία αντισωμάτων.

Προκειμένου ένας ασθενής να λάβει εξιτήριο θα έπρεπε  να είναι απύρετος για 3 ημέρες, να έχει παρουσιάσει σαφή βελτίωση στα συμπτώματα από το αναπνευστικό, οι απεικονιστικές εξετάσεις του να δείχνουν περιορισμό της φλεγμονής και να έχει 2 συνεχόμενες αρνητικές εξετάσεις νουκλεϊκών οξέων σε ρινοφαρυγγικά δείγματα. Οι επιστήμονες έλαβαν δείγμα πλάσματος 2 εβδομάδες μετά το εξιτήριο των ασθενών και ο τίτλος των εξουδετερωτικών αντισωμάτων συγκρίθηκε με τον αντίστοιχο τίτλο κατά το εξιτήριο.

Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν τα 50 χρόνια και το 50% περίπου ήταν γυναίκες. Η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν οι 16 ημέρες, ενώ η μέση διάρκεια νόσησης ήταν οι 22 ημέρες. Οι επιστήμονες παρακολούθησαν την πορεία του 66% των ασθενών μέχρι τις 16 Μαρτίου.

Ο τίτλος των εξουδετερωτικών αντισωμάτων για τον SARS-CoV-2 ήταν από μη ανιχνεύσιμος μέχρι 21.000 κατά το εξιτήριο των ασθενών, όπως τόνισαν οι συγγραφείς. Το υψηλότερο ποσοστό των ασθενών (39%) είχε μέτρα-υψηλά επίπεδα εξουδετερωτικών αντισωμάτων, ενώ το 17% είχε μέτρια-χαμηλά επίπεδα. Το 14% είχε υψηλά επίπεδα ενώ μόλις 2 ασθενείς είχαν τίτλο εξουδετερωτικών αντισωμάτων με επίπεδα ID50 πάνω από 15.000.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η παρατήρηση ότι οι ασθενείς με τα υψηλότερα επίπεδα εξουδετερωτικών αντισωμάτων είχαν μεγαλύτερη ηλικία (μέση ηλικία 63) και το 56% αυτών ήταν άνδρες. Αντίθετα, η μέση ηλικίας τους ασθενείς με μη ανιχνεύσιμα επίπεδα αντισωμάτων, η μέση ηλικία ήταν τα 34 και το 80% ήταν γυναίκες.

Όπως υποστήριξαν οι επιστήμονες, ο τίτλος των εξουδετερωτικών αντισωμάτων ήταν ανάλογος των επιπέδων της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP), όχι όμως του αριθμού των λεμφοκυττάρων.

«Ο τίτλος των εξουδετερωτικών αντισωμάτων είχε θετική σύνδεση με τα επίπεδα της CRP και αρνητική σύνδεση με τον αριθμό των λεμφοκυττάρων, γεγονός που δείχνει ότι τα υψηλότερα επίπεδα των αντισωμάτων είναι αποτέλεσμα της ισχυρότερης φλεγμονής και της απόκρισης του εμφύτου ανοσοποιητικού συστήματος. Στους ασθενείς αυτούς τα χαμηλότερα επίπεδα των λεμφοκυττάρων παραπέμπουν πιθανώς σε ηπιότερη απόκριση από τα Τ λεμφοκύτταρα», εξήγησαν οι επιστήμονες.

Όπως κατέληξαν, καθώς η ήπια λοίμωξη από COVID-19 μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικού βαθμού τίτλο εξουδετερωτικών αντισωμάτων, αυτό καθιστά δυσκολότερη την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εμβολίου, αλλά και την εφαρμογή των καταλλήλων μέτρων πρόληψης.