Φέτος το χειμώνα αρκετοί από εμάς θα ξυπνήσουμε ένα πρωί με μυαλγίες και αίσθημα κόπωσης και θα σκεφτούμε ότι μπορεί να έχουμε μολυνθεί με τον SARS-CoV-2. Ιδιαίτερα αν τα παραπάνω συμπτώματα δεν συνοδεύονται από πυρετό, βήχα ή δύσπνοια, τα χαρακτηριστικά δηλαδή συμπτώματα της COVID-19, δεν θα γνωρίζουμε αν πρέπει να πάμε στη δουλειάς μας ή να μείνουμε στο σπίτι και να κάνουμε εξετάσεις για τον ιό. Φυσικά, οι μυαλγίες και το αίσθημα κόπωσης μπορεί να αποδίδονται σε οποιαδήποτε λοίμωξη του αναπνευστικού, όπως το κοινό κρυολόγημα και η γρίπη, όμως ποτέ δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο COVID-19. Είναι δυνατό να μεταδώσουμε τον ιό όταν παρουσιάζουμε μόνο τα παραπάνω ήπια συμπτώματα;

Προκειμένου να εξετάσουν ποιο είναι το στάδιο της λοίμωξης COVID-19 κατά το οποίο ο ιός είναι περισσότερο μολυσματικός, μία ομάδα επιστημόνων από τη Μεγάλη Βρετανία έκανε μία μελέτη η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Microbe.

Στη μελέτη εξετάστηκαν τρεις παράγοντες: το ιικό φορτίο (τις μεταβολές της ποσότητας του ιού στον οργανισμό στην πορεία της λοίμωξης), την ιική απέκκριση (τη διάρκεια που ο ασθενής απεκκρίνει σωματίδια του ιού, η οποία δεν ταυτίζεται με τη διάρκεια που είναι μολυσματικός) και την απομόνωση ζωντανών σωματιδίων του ιού (καλύτερος δείκτης μολυσματικότητας, καθώς τα ζωντανά σωματίδια του ιού καλλιεργούνται στο εργαστήριο προκειμένου να διαπιστωθεί αν έχουν ικανότητα πολλαπλασιασμού).

Όπως διαπίστωσε η μελέτη, το ιικό φορτίο φτάνει τη μέγιστη τιμή του στο ρινοφάρυγγα (την κύρια πηγή μολύνσεων) πολύ νωρίς στην πορεία της νόσου, συγκεκριμένα την 1η μέχρι την 5η ημέρα των συμπτωμάτων, ακόμα και σε ασθενείς με ήπια συμπτώματα.

Το γενετικό υλικό του ιού μπορεί να ανιχνευθεί στα ρινοφαρυγγικά δείγματα, καθώς και στα κόπρανα του ασθενούς για αρκετές εβδομάδες, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ζωντανά σωματίδια του SARS-CoV-2 μετά την 9η ημέρα. Σε ορισμένους ασθενείς, όπως για παράδειγμα αυτοί που παρουσίασαν σοβαρότερη νόσηση ή αυτοί που έχουν κατεσταλμένο ανοσοποιητικό σύστημα, η διάρκεια της ιικής απέκκρισης είναι μεγαλύτερη. Η έρευνα διαπίστωσε, ωστόσο, ότι οι ασθενείς που έχουν μολυνθεί με τον ιό είναι περισσότερο μολυσματικοί λίγες ημέρες πριν την εμφάνιση των συμπτωμάτων και 5 ημέρες μετά από αυτή.

Συγκριτικά, στον παλαιότερο ιό SARS-CoV, το ιικό φορτίο φτάνει τη μέγιστη τιμή του τη 10η-14η ημέρα, ενώ για τον ιό MERS-CoV την 7η-10η ημέρα από την εμφάνιση των συμπτωμάτων. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί ο περιορισμός της εξάπλωσης των παραπάνω 2 ιών ήταν ευκολότερος, καθώς η απομόνωση των ασθενών όταν εμφάνιζαν συμπτώματα μπορούσε να αποτρέψει την επαφή με άλλα άτομα την περίοδο που ο ασθενής ήταν περισσότερο μολυσματικός. Μπορεί επίσης να εξηγήσει γιατί ο SARS-CoV-2 εξαπλώθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό, καθώς μεταδίδεται πολύ εύκολα στα πρώιμα στάδια της λοίμωξης.

Οι μελέτες των ιχνηλατήσεων και τα μοντέλα μετάδοσης έχουν επίσης δείξει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό μετάδοσης του ιού συμβαίνει τις πρώτες 5 ημέρες από την εμφάνιση συμπτωμάτων. Μία πρόσφατη μελέτη, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και επιβεβαίωσε την παραπάνω διάρκεια. Μία άλλη έρευνα από την Ταϊβάν και τη Μεγάλη Βρετανία διαπίστωσε ότι τα περισσότερα άτομα που μολύνθηκαν με τον SARS-CoV-2 είχαν έρθει σε επαφή με έναν ασθενή κατά τις 5 πρώτες ημέρες των συμπτωμάτων.

Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι όταν παίρνουν τα αποτελέσματα της εξέτασης, οι περισσότεροι ασθενείς έχουν ήδη περάσει την πλέον μολυσματική περίοδο της λοίμωξης. Η ταχεία κορύφωση του ιικού φορτίου ουσιαστικά δείχνει ότι προκειμένου να προληφθεί η μετάδοση του ιού, οι ασθενείς πρέπει να απομονώνονται αμέσως μόλις εμφανίσουν συμπτώματα και να μην περιμένουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων.