Βρισκόμαστε στο 2ο «κύμα» του COVID-19 ή μήπως το 1ο κύμα δεν έχει τελειώσει ακόμα; Ακόμα και σήμερα, οι επιδημιολόγοι δεν μπορούν να δώσουν σαφή απάντηση στο παραπάνω ερώτημα.

Η πανδημία της «Ισπανικής γρίπης» του 1918 είχε αρκετά «κύματα», ωστόσο καθώς το «κύμα» αποτελεί ένα βιολογικό φαινόμενο, δεν είναι σαφές αν το 1ο κύμα της παρούσας πανδημίας έχει ολοκληρωθεί.

Όταν αναφερόμαστε στις πανδημίες της γρίπης, για παράδειγμα, τα κύματα της λοίμωξης είναι σχετικά σαφή. Δηλαδή ο ιός εξαπλώνεται παγκοσμίως και προκαλεί περιστατικά και στη συνέχεια αυτά υποχωρούν για ένα διάστημα μέχρι να επανέλθουν ξανά το φθινόπωρο.

H Julie Fischer, PhD, από το Georgetown University της Washington, υποστήριξε ότι καθώς σήμερα έχουμε αντιμετωπίσει μικρό αριθμό πανδημιών, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με την πορεία που ακολουθούν οι τελευταίες.

Τόνισε επίσης ότι οι γνώσεις μας σχετικά με την εποχικότητα των ιών είναι πολύ περιορισμένες, ακόμα και για ιούς όπως αυτός της γρίπης. Αν και είναι γνωστό ότι οι επιδημίες της γρίπης εμφανίζονται τους ψυχρότερους μήνες, δεν έχουμε κατανοήσει ακόμα τους μηχανισμούς που δικαιολογούν την παραπάνω εποχικότητα.

«Σίγουρα δεν είναι η γεωγραφία, αλλά ο κύριος παράγοντας που διευκολύνει την εξάπλωση του ιού είναι πιθανώς η συμπεριφορά των ανθρώπων και η αλληλεπίδρασή τους με τα ζώα ή τα άτομα του περιβάλλοντός τους», είπε η Fischer. «Αυτό είναι κάτι που υποθέτουμε, ωστόσο δεν υπάρχουν δεδομένα που μπορούν να το επιβεβαιώσουν».

Καθώς δεν υπάρχουν βιολογικά δεδομένα για την πανδημία της γρίπης του 1918, ο Stephen Morse, PhD, από το Columbia University Mailman School of Public Health της Νέας Υόρκης, αναφέρθηκε στην πανδημία της γρίπης του 1957. Στην πανδημία αυτή, ο ιός είχε πιθανώς παρουσιάσει μεταλλάξεις οι οποίες του επέτρεψαν να μολύνει ξανά άτομα με ιστορικό λοίμωξης.

Η επικρατέστερη θεωρία για εκείνη την πανδημία ήταν ότι ο πληθυσμός ανέπτυξε ανοσία της αγέλης σε κάποιο βαθμό, ωστόσο ο ιός μεταλλάχθηκε με αποτέλεσμα να μπορεί να μολύνει εκ νέου τον πληθυσμό.

Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για τη θεωρία των «κυμάτων» μίας πανδημίας είναι η παρουσία μίας περιόδου «παύσης» όπου τα κρούσματα του ιού περιορίζονται σημαντικά. Μέχρι σήμερα, δεν έχουμε παρατηρήσει ακόμα μείωση των περιστατικών του COVID-19 σε σημαντικό βαθμό, υποστήριξε ο Morse.

«Προσωπικά πιστεύω ότι βρισκόμαστε ακόμα στο 1ο κύμα» δήλωσε ο επιστήμονας τονίζοντας ότι υπάρχουν ακόμα αρκετά άτομα που δεν έχουν μολυνθεί και η «προσωρινή μείωση» στο αριθμό των περιστατικών αποδίδεται σε «τεχνητά μέτρα ειδικά σχεδιασμένα για τον περιορισμό της πανδημίας».

«Αν βγω στο δρόμο και μολυνθώ, αυτό θα συμβεί γιατί δεν έχω ανοσία. Αυτό ουσιαστικά αντιπροσωπεύει μία επανεισαγωγή του ιού, η οποία αποδίδεται σε εισαγωγή περιστατικών από άλλες περιοχές και όχι σε ένα δεύτερο κύμα», εξήγησε ο Morse. «Εφόσον ο πληθυσμός δεν έχει ανοσία, η επιβράδυνση της εξάπλωσης του ιού με τη χρήση μέτρων απλά παρατείνει το πρώτο κύμα».

Ο επιστήμονας αναφέρθηκε επίσης σε αυτό που συνέβη στο San Francisco το 1918. Η πόλη είχε εφαρμόσει έτρα για τον περιορισμό της πανδημίας της γρίπης ανάλογα με αυτά που χρησιμοποιούνται σήμερα.

«Όταν οι κάτοικοι της πόλης είδαν ότι δεν υπάρχουν νέα περιστατικά νόμιζαν ότι είχαν καταφέρει να ‘γλιτώσουν’ από τον ιό. Έκαναν πάρτι όπου έκαιγαν μάσκες. Προς έκπληξή τους, λίγους μήνες αργότερα ξεκίνησε το 2ο κύμα της πανδημίας», εξήγησε.

Ακόμα κι αν ο SARS-CoV-2 μεταλλάσσεται, συμπλήρωσε, οι μεταλλάξεις αυτές δεν συμβαίνουν τακτικά και δεν φαίνεται να είναι «βιολογικά σημαντικές». Ο Morse αναφέρθηκε επίσης στη μετάλλαξη D614G η οποία ναι μεν καθιστά τον ιό περισσότερο μεταδοτικό, ωστόσο δεν φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά τη νόσηση που προκαλεί ο ιός.

Η Fischer υποστήριξε ότι οι διακυμάνσεις στον αριθμό των κρουσμάτων συνδέονται περισσότερο με τη συμπεριφορά του πληθυσμού και τα μέτρα που εφαρμόζονται παρά με βιολογικούς παράγοντες που σχετίζονται με τον ιό, καθώς δεν υπάρχουν σήμερα δεδομένα που να δείχνουν ότι ο τελευταίος έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές.

«Τα παιδιά επιστρέφουν στο σχολείο και οι ενήλικες περνούν περισσότερο χρόνο σε εσωτερικούς χώρους. Αρκετοί έχουν κουραστεί από τα μέτρα και τις οδηγίες της κοινωνικής αποστασιοποίησης», τόνισε. «Ο στόχος του lockdown ήταν αρχικά να περιοριστεί η ταχεία εξάπλωση του ιού έτσι ώστε να μην επιβαρυνθεί υπερβολικά το σύστημα υγείας. Ωστόσο, ο χρόνος που κερδίσαμε δεν χρησιμοποιήθηκε για τη βελτίωση του συστήματος υγείας», πρόσθεσε.

Η ίδια αναφέρθηκε επίσης στο μειωμένο αριθμό διαγνωστικών εξετάσεων και ιχνηλατήσεων, οι οποίες θα μας είχαν βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε ευκολότερα την πανδημία.

Ο Morse συμφώνησε ότι οι διαγνωστικές εξετάσεις για τον COVID-19 δεν γίνονται στην κλίμακα που θα έπρεπε, επομένως δεν έχουν προσφέρει σημαντική βοήθεια. Παρά την αλματώδη πρόοδο της τεχνολογίας, 100 χρόνια μετά την πανδημίας της γρίπης του 1918, το καλύτερο όπλο που έχουμε για τον περιορισμό της πανδημίας είναι η χρήση μάσκας και η κοινωνική αποστασιοποίηση.

«Αντιμετωπίζουμε την πρώτη μεγάλη πανδημία του 21ου αιώνα με τα ίδια όπλα που είχαμε το 1918», κατέληξε.