Μία νέα έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Σικάγο που εξέτασε δεδομένα για την εξάπλωση του SARS-CoV-2 στη Νέα Υόρκη, διαπίστωσε ότι στο 1ο κύμα της πανδημίας, μόλις 1 στα 5 έως 1 στα 7 θετικά περιστατικά παρουσίασαν συμπτώματα. Η ίδια έρευνα παρατήρησε ότι πάνω από το 50% των νέων μολύνσεων έγινε από ασυμπτωματικούς φορείς.

Όταν η επιδημία της COVID-19 έφτασε στις ΗΠΑ, ήταν πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί ποιο ποσοστό των ασθενών που μολύνθηκαν εμφανίζει συμπτώματα, κυρίως λόγω της μειωμένης διαθεσιμότητας των διαγνωστικών εξετάσεων.

«Χωρίς έναν ικανοποιητικό αριθμό εξετάσεων είναι δύσκολο να εκτιμηθεί ποιο ποσοστό ασθενών δεν διαγνώστηκε ποτέ και ποιο ποσοστό ήταν πράγματι ασυμπτωματικό», εξήγησε ο επικεφαλής της έρευνας, Rahul Subramanian, PhD. «Θέλαμε να ξεχωρίσουμε τις 2 παραπάνω κατηγορίες ασθενών και, καθώς η Νέα Υόρκη ήταν μία από τις πρώτες πόλεις που ανέφερε ημερήσιο αριθμό διαγνωστικών εξετάσεων, χρησιμοποιήσαμε τα παραπάνω δεδομένα για να εκτιμήσουμε το ποσοστό των συμπτωματικών περιστατικών».

Αν και σήμερα υπάρχουν αρκετά μοντέλα και επιδημιολογικά δεδομένα για την εκτίμηση των αδιάγνωστων περιστατικών COVID-19, αυτή είναι η πρώτη peer-reviewed έρευνα που χρησιμοποιεί δεδομένα ημερησίων διαγνωστικών εξετάσεων με σκοπό να προσφέρει μία πιο ακριβή εικόνα για το ποσοστό των συμπτωματικών λοιμώξεων σε μία μεγάλη πόλη.

«Η εισαγωγή των δεδομένων στο υπολογιστικό μοντέλο έδειξε ότι το ποσοστό των συμπτωματικών ασθενών με COVID-19 βρίσκεται ανάμεσα στο 13% και το 18%», είπε η Mercedes Pascual, PhD, μία επιστήμονας που έλαβε μέρος στην έρευνα. «Ανεξαρτήτως των υπολοίπων παραμέτρων, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι πάνω από το 50% της μετάδοσης που συμβαίνει στην κοινότητα αποδίδεται σε ασυμπτωματικούς ή προσυμπτωματικούς φορείς».

Αν και η ανάλυση των δεδομένων δεν μπορεί να δείξει πόσο μολυσματικοί είναι οι ασυμπτωματικοί φορείς, ούτε μπορεί να εξετάσει την επίδραση των νέων μεταλλάξεων στη μετάδοση του ιού, προσφέρει σημαντικά δεδομένα που υποστηρίζουν την εφαρμογή των μέτρων πρόληψης ανεξαρτήτως αν είμαστε συμπτωματικοί ή όχι.

«Ακόμα κι αν οι ασυμπτωματικοί φορείς δεν μεταδίδουν τον ιό εξίσου εύκολα με τους ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα, αποτελούν το 80% περίπου του συνόλου των περιστατικών», είπε η Qixin He από το Perdue University. «Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο απ’ όσο θα περιμέναμε. Κατά συνέπεια είναι σημαντικό να αυξηθούν οι διαγνωστικές εξετάσεις και να εφαρμόζονται αυστηρά από όλους τα μέτρα πρόληψης, όπως η χρήση μάσκας και το πλύσιμο των χεριών».

Οι επιστήμονες υποστήριξαν ότι τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι περισσότερες κυβερνήσεις θα πρέπει να δημοσιεύουν τον αριθμό των διαγνωστικών εξετάσεων προκειμένου να έχουμε πιο ακριβή εικόνα στα υπολογιστικά μοντέλα μετάδοσης.

«Η δημοσιοποίηση του αριθμού των εξετάσεων είναι εξίσου σημαντική με τον αριθμό των νέων περιστατικών», είπε η Pascual. «Χωρίς τον αριθμό αυτό είναι πολύ δύσκολο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στο είδος και τον αριθμό των περιστατικών και τις επιδράσεις στη μετάδοση του ιού. Τα δεδομένα αυτά είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη επιδημιολογικών μοντέλων υψηλής ακρίβειας».

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Proceedings of the National Academy of Sciences.