Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε αντιμετωπίσει κάτι αντίστοιχο με την πανδημία του κορονοϊού στη ζωή μας. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, ο COVID-19 εμφανίστηκε στο Wuhan της Κίνας, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο και εξαπλώνεται ήδη και στη χώρα μας. Τα σχολεία έχουν κλείσει, αρκετοί άνθρωποι δουλεύουν από το σπίτι και οι κοινωνικές μας επαφές έχουν περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό.

Κάθε μέρα όλο και περισσότεροι ειδικοί επισημαίνουν πόσο σημανιτικό είναι να παραμείνουμε στο σπίτι μας για να επιβραδυνθεί η εξάπλωση του ιού. Καθώς εφαρμόζονται όλο και περισσότερα μέτρα κάθε μέρα, δεν είναι λίγο αυτοί που αντιτίθενται στην εφαρμογή τους, προβάλλοντας διάφορους λόγους για να υποστηρίξουν τη στάση τους αυτή.

Ποιοι είναι όμως αυτοί οι λόγοι και πώς μπορείτε να τους αντικρούσετε;

Μύθος: «Ο COVID-19 είναι Απλώς Μία Σοβαρότερη Γρίπη – Δεν Υπάρχει Σοβαρός Κίνδυνος»

Ο ιός SARS-CoV-2 μεταδίδεται με τον ίδιο τρόπο που μεταδίδεται και ο ιός της γρίπης, δηλαδή μέσω σταγονιδίων και από τις μολυσμένες επιφάνειες. Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετά από τα μέτρα πρόληψης που εφαρμόζονται σήμερα για την πρόληψη του COVID-19 ταυτίζονται με τα μέτρα πρόληψης για τη γρίπη. Σύμφωνα με τα μέτρα αυτά, πρέπει να μην αγγίζουμε το πρόσωπό μας, να πλένουμε τακτικά τα χέρια μας για τουλάχιστον 20 δευτερόλεπτα και να αποφεύγουμε τους ασθενείς.

Ωστόσο, ο SARS-CoV-2 και ο ιός της γρίπης έχουν αρκετές σημαντικές διαφορές ως προς τη σοβαρότητα της νόσησης που προκαλούν.

Αρχικά, για τη γρίπη υπάρχει σήμερα εμβόλιο, κάτι που δεν ισχύει για τον COVID-19. Το εμβόλιο της γρίπης μπορεί να προστατεύσει επαρκώς τις ευπαθείς ομάδες, δηλαδή τους ηλικιωμένους, καθώς και αυτούς που πάσχουν από χρόνια νοσήματα. Σε αυτούς που έχουν κάνει το εμβόλιο της γρίπης, ακόμα και μία πιθανή λοίμωξη με τον ιό, θα προκαλέσει μικρής διάρκειας νόσηση με ηπιότερα συμπτώματα. Σύμφωνα με τις παρούσες εκτιμήσεις, το εμβόλιο για τον COVID-19 θα χρειαστεί τουλάχιστον 12-18 μήνες μέχρι να αρχίσει να χορηγείται μαζικά στον πληθυσμό. Κατά συνέπεια, κανένας δεν είναι προστατευμένος από τη σοβαρή αυτή νόσο.

Για τη γρίπη υπάρχουν επίσης αρκετές επιβεβαιωμένες θεραπείες, κάτι που δεν ισχύει για τον COVID-19. Οι διαθέσιμες θεραπείες για τη γρίπη μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τόσο τη συμπτωματολογία όσο και τη διάρκεια της νόσησης. Όταν ένας ασθενής νοσεί από τη γρίπη, οι γιατροί γνωρίζουν ακριβώς τι να περιμένουν και επομένως ξέρουν ποια είναι τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν. Αντιθέτως, για τον COVID-19 δεν υπάρχει θεραπεία και προς το παρόν η αντιμετώπισή της νόσου είναι καθαρά συμπτωματική. Αν και οι περισσότεροι ασθενείς θα παρουσιάσουν ήπια συμπτώματα από τη νόσο, περίπου το 20% θα χρειαστεί νοσηλεία για δύσπνοια και ιογενή πνευμονία. Το ποσοστό των ασθενών με γρίπη που χρειάζονται νοσηλεία είναι μόλις 2%.

Μύθος: «Δεν Ανησυχώ για τον Κορονοϊό. Είμαι Υγιής»

Είστε πράγματι τόσο υγιής όσο νομίζετε; Το 60% των εηλίκων στο δυτικό κόσμο έχει τουλάχιστον μία χρόνια νόσο, όπως για παράδειγμα υπέρταση, διαβήτη ή υπνική άπνοια.

Η πεποίθηση ότι είμαστε υγιείς δεν μας προστατεύει από τη νόσηση. Ο μοναδικός παράγοντας που φαίνεται ότι προστατεύει από τη σοβαρή νόσηση είναι η ηλικία. Στην Κίνα, η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών ήταν άνω των 30 ετών, ενώ τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας ήταν σε ασθενείς άνω των 70 ετών. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών που νοσηλεύτηκαν ήταν επίσης άνω των 50. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι η νόσος δεν είναι επικίνδυνη μόνο για τους ηλικιωμένους με χρόνιες παθήσεις.

Ευτυχώς, το 80% των ασθενών με COVID-19 θα προυσιάσει ήπια συμπτώματα, ωστόσο η θνησιμότητα από τη νόσο είναι αρκετά υψηλή. Από τα μέχρι σήμερα δεδομέα φαίνεται ότι κυμαίνεται σε ποσοστά 1-3%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά της γρίπης είναι μόλις 0.1%.

Μύθος: «Δεν Υπάρχουν Περιστατικά στην Περιοχή που Μένω, Επομένως Μπορώ να Βγω από το Σπίτι μου Άφοβα»

Δεν μπορείτε να γνωρίζετε ότι δεν υπάρχουν περιστατικά του κορονοϊού στην περιοχή που ζείτε. Καθώς τα διαγνωστικά κέντρα κατακλύζονται από νέα δείγματα, οι διαγνώσεις των νέων περιστατικών καθυστερούν και επομένως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσα άτομα ή ποιες περιοχές έχουν πληγεί περισσότερο από τον ιό.

Γνωρίζουμε σήμερα ότι ένας ασθενής μπορεί να μεταδώσει τη νόσο μέχρι και 2 εβδομάδες μετά την αρχική μόλυνση με αυτόν, ακόμα κι αν δεν παρουσιάζει συμπτώματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η διάρκεια της καραντίνας του COVID-19 είναι 14 ημέρες. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να συναντηθείτε με ένα φορέα του ιού που δεν παρουσιάζει συμπτώματα, αλλά μπορεί να σας μεταδώσει τον ιό. Μπορεί επίσης να είστε φορέας και να μεταδώσετε τον ιό σε άλλα άτομα εν αγνοία σας. Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, το 10% της μετάδοσης του ιού στην Κίνα έγινε με ασυμπτωματικούς φορείς.

Αυτός είναι και ο λόγος που είναι σημαντικό να παραμένουμε στο σπίτι μας. Περιορίζοντας τις αλληλεπιδράσεις μας με άλλα άτομα (ακόμα κι όταν πιστεύουμε ότι είμαστε υγιείς), μπορούμε να επιβραδύνουμε σε μεγάλο βαθμό την εξάπλωση της νόσου. Σε περίπτωση που ο ιός αρχίσει να εξαπλώνεται ταχέως, δεν γνωρίζουμε αν το σύστημα υγείας θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην εισροή περιστατικών. Αν δεν προλάβουμε την ταχεία μετάδοση του ιού, μπορεί να φτάσουμε σε καταστάσεις αντίστοιχες της Ιταλίας, όπου το σύστημα υγείας ανεπαρκεί με αποτέλεσμα αρκετοί ασθενείς να καταλήγουν.

Είναι σημαντικό να μην ολιγωρήσουμε στην εφαρμογή των μέτρων και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να περιοριστεί η εξάπλωση του ιού. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να εξοικονομήσουμε χρόνο έτσι ώστε να σώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές.

Βιβλιογραφία: Medscape

Φωτογραφία: Miguel Á. Padriñán